ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ
Σταχυολόγημα ποίησης μετά σχεδίων
Ένας ανάπηρος σχοινοβάτης, κάνει το νούμερό του μισοπερπατώντας
μισοπετώντας στο ταβάνι του ουρανού, σαν αιωρούμενος στοχασμός διστακτικού
ποιητή, που δραπετεύει από το παραθύρι του μυαλού για να επιστρέψει πρόωρα,
γλιστρώντας από την χαραμάδα της εξώπορτας.
Η αγωνία του σχοινοβάτη, ταιριάζει γάντι στην απελπισία του ποιητή. Ο μεν κρατιέται
ζωντανός εάν κι εφόσον παραμένει προσηλωμένος πάνω σε μία ευθεία γραμμή, ενώ
ο άλλος κινδυνεύει να εξαφανιστεί ξενιτεμένος στις μυστηριώδεις νεφέλες του
στοχασμού αν ξεστρατίσει από την φωτεινή δέσμη της έμπνευσης.
Ένας ανάπηρος σχοινοβάτης είναι λοιπόν ο ποιητής, με λόγια που σκηνοθετούν μια
υπερβατική εικόνα. Μία παραπάνω λέξη, ένα γράμμα λιγότερο, αρκούν για να
χαλάσουν την εύθραυστη ισορροπία και να βουλιάξουν τον παράτολμο διασκεδαστή
στον πυθμένα του ‘αχ’ που δεν πρόλαβε να ξεστομίσει ο έκπληκτος και μοναδικός
θεατής.
Μελετώ αναλύω οργανώνομαι
Αγωνιώ και αγωνίζομαι
Παλεύω μεθοδεύω και αφυπνίζομαι
Καιροφυλακτώ
Αναδύω και αναδύομαι
Στοχεύω απλώνω διαλύομαι
Δουλεύω ιδρώνω κομματιάζομαι
Αγωνιώ και πάλι
Στην οδύνη στροβιλίζομαι
Αγκομαχώ κι επιστρατεύομαι
Είμαι έτοιμος για το
Επόμενό μου λάθος.
Ήλιος θερμός, ήλιος λιβυκός
Ήλιος συνεπής στο ραντεβού της μέρας.
Ήλιος δραπέτης θερινός
Μιας ξεχασμένης ισημερίας.
Ήλιος ανάσα, βάλσαμο
Στην άκρη της ομίχλης.
Ξενιτεμένη ανάμνηση στο κρώξιμο του γλάρου
Βαπτίζει τα υγρά της χνώτα
Σε αλμυρές λιμνούλες
Στον ομφαλό του παιδικού ονείρου
Εκεί που σμίγουν ύδωρ και γη.
Άφησα τις κινήσεις μου
Στην πρωινή αύρα να
Συνοδεύουν την βουή
Στο πήγαιν’ έλα του πελάγου.
Σεργιάνισα την αγάπη μου
Σε πέτρες κι αρμυρίκια
Την βούτηξα στα δροσερά νερά
Να την γευτώ σαν κρίταμο
Λαχταριστό, κλεμμένο
Απ’ της Αμάλθειας το κέρας.
Κι ύστερα πυρπολήθηκα.
Ήλιε θερμέ του λιβυκού
Μάστορα τούτης της ραψωδίας
Πως μπόρεσες και στρίμωξες
Τόσο φως ανάμεσα
Σε λαδανιές και σε δειλές ανεμώνες;
Δράκος και τίγρης σμίλεψαν
Ετούτη την χορογραφία
Μέσα σε κύκλους ομόκεντρους
Φυλακισμένες οι θολές
Στιγμές του απείρου.
Πόσα αστέρια χρειάζονται και
Πόσες στάλες της βροχής να
Σημαδεύουνε τα είδωλά τους
Στους λιμνασμένους δρόμους;
Πόσα γιατί και πόσα πως
Θέλει να πάρει μπρος η νύχτα;
Πίσω από τα παραθυρόφυλλα
Η μοναξιά προβάρει το νυχτικό της
Χτενίζει τις πλειάδες που περίσσεψαν
Από την κόμη της Βερενίκης
Φορά κραγιόν το αίμα που πήζει
Μοιράζει φιλιά ηδυπαθή
Στους διψασμένους ηδονή
Καθρέπτες τουαλέτας
Που την χρίζουν αυτοκράτειρα
Των μαραμένων τοπίων
Μιας Πηνελόπειας αναμονής
Κάποιας ουτοπικής Ιθάκης.
Ένα αθώο παιδικό χαμόγελο
Είναι η άλλη πλευρά του πόνου
Που κρύβει η γέννα του.
Η αδυναμία είναι μια άλλη μορφή δύναμης.
Ηλίθιος είναι ο έξυπνος που λουφάρει.
Το πόδι που κουτσαίνει, δίνει φτερά
Στην καρδιά να πετάξει.
Ο ανθός της μυγδαλιάς
Που έπεσε στο γρασίδι, είναι η λύση
Στο υπαρξιακό πρόβλημα του ανέμου.
Η δυσλειτουργία του νου
Δημιουργεί την απίστευτη απλότητα.
Αυτό που λέμε στέρηση
Είναι ο θησαυρός στο σεντούκι
Που δεν άνοιξε ακόμη.
Δε με ξεγελούν πια τα μάτια μου.
Έπαψα να βλέπω για να πιστέψω
Αλλά πιστεύω για να δω.
Ο φυλακισμένος είναι απόλυτα
Ελεύθερος να ερωτοτροπήσει
Με το φεγγαρόφωτο
28*12=336 νύχτες
Κάθε χρόνο ανελλιπώς
Μέχρι να εκτίσει την ποινή του
Και αφεθεί ελεύθερος – ξανά.
Το πάρτι στις Λιθίνες καλά κρατεί
Από νωρίς τ’ απόγευμα ως το πρωί
Γλέντι, χορός, τραγούδι, κέφι
Αιχμαλωτίζουνε τον Βάκχο με το ντέφι
Όνειρο φθινοπωρινής νυκτός και τάμα
Της Παναγιάς το θαύμα περιμένουμε και άμα
Δεν ανανήψουμε της γης τη στεναχώρια
Η καταδίκη μας θα’ ναι να ζούμε χώρια
Η ώρα τρεις κι η λύρα τσιλιγκρίζει
Κι ένα νεφέλωμα ρακής το πνεύμα τριγυρίζει
Φταρνίζετ’ η σελήνη και ξερνοβολά αστέρια
Καθώς σαν άμοιροι δερβίσηδες σηκώνουμε τα χέρια
Στα κύματα του ουρανού δείχνοντας προς πλειάδες
Χορεύοντας αντικριστά σαν γελαστές τρωάδες
Η ώρα πήγε τέσσερις κι εκείνος το χαβά του
Να γρατζουνά το ούτι του, να τρώει τον χαλβά του
Κάτω από τη φοινικιά που τον θωρεί με χάρη
Σκεπτόμενη : τι παίδαρος, άξιο παλικάρι
Κι αυτός φουσκώνει τον θυρεοειδή σαν το πουλί της γνώσης
Δίχως ν’ αντιλαμβάνεται πως βρίσκεται στης πτώσης
Το τελευταίο το σκαλί και ο γκρεμός πιο πέρα
Ανοίγει την αγκάλη του σαν στοργική μητέρα
Και καταπίνει τον τσολιά που ξέχασε τη μέρα
Όπου θεριό ανήμερο βρηχούσε απανταχού
Αέρα!
Πρέπει στο ασήμαντο να εμβαθύνω.
Η στέψη του βασιλιά
Το κρώξιμο της κουκουβάγιας
Το σκίρτημα της αγριελιάς
Η αναπνοή της θάλασσας.
Πρέπει στο ασήμαντο να εμβαθύνω
Με ουφ και με αχ
Να ξορκίσω τον πόλεμο
Ν’ αποφύγω την πευκοβελόνη.
Αστέρας διάττοντας πνιγμένος
Μεταμορφωμένος σε αστερία.
Πρέπει στο ασήμαντο να εμβαθύνω
Στο μόριο της σιωπής
Στη σκοτεινή πλευρά των μαργαριταριών
Στο ανοιγόκλειμα της φτερούγας
Ήχος πρώτος
Λάμψη χολιγουντιανής γκλαμουριάς.
Κυματομορφές ονείρου.
Πρέπει στο ασήμαντο να εμβαθύνω
Το τρένο δίχως προορισμό
Άφησε όπως πάντα τον σταθμό
Μόνο που τώρα όλα διαφέρουν.
Υπάρχει επιβάτης.
Ο τολμηρός εγώ.
Μπήκε κατά λάθος
Κι όμως έπραξε ορθά.
Ζωγραφισμένο φαίνεται
Στο μάτι του αλόγου
Στη γραμμή που αφήνουν στον αέρα
Οι βροχοσταγόνες.
Στο μετέωρο χαμόγελο
Της Μόνα Λίζα.
Έρευνα. Λέξεις. Αριθμοί. Σχήματα. Φόρμες. Όλα σύμβολα.
Έρευνα με σύμβολα. Έρευνα στα σύμβολα. Αποκρυφισμός;
Ενόραση. Μεταφυσική. Επέκεινα. Τελεστής. Ξενιστής.
Φοβισμός. Κυβισμός. Σχετικότητα. Απροσδιοριστία. Χάος.
Που να το φανταζόσουνα
Πως ο μικρο-Γενάρης
Φλεβάρης θα μεγάλωνε
Και στο σχολείο Μάρτης.
Χαμόγελα και κλάματα
Και ομορφιές και πίκρες
Τραγούδησε Απρίλιους
Μα σ’ ερωτεύθει Μάη.
Και μιαν αυγή, Ιούνης θεριστής
Του ‘κλεψε το κεφάλι
Και στου Ιούλη το καυτό ποτό
Βούλιαξε μες στη ζάλη
Ένα φεγγάρι ολόγιομο
Αυγούστου παλικάρι
Ήπιε μεθύσι αλαργινό
Μια θάλασσα αστερίες
Φεγγοβολούσαν τις σιωπές
Κρυμμένοι γαλαξίες.
Αλλά του ονείρου οι κατηφοριές
Τον ξύπνησαν Σεπτέμβρη
Ολόγυμνο στο φθινοπωρινό χαλί
Απογευματινή βροχή τον εύρη.
Και πάνω του ο ουρανός να λιώνει
Και να φορτώνει και να φορτώνει.
Και πριν ακόμη κύμινο πει
Ανεμοβροχισμένος Οκτώβρης
Ζυγιάζει τις κινήσεις του
Κι όλο λειψές του βγαίνουν.
Οι μόνες που δεν υστερούν
Είν’ οι στιγμές που τρέχουν και κυλούν
Στου χρόνου το ρυάκι
Ώσπου μεσήλικας μεσουρανεί
Αστερισμός Νοέμβρη.
Συγκροτημένος, σοβαροφανής
Με βάρος τόση γνώση
Που φύτρωσε στο πρόσωπο
Γκριζάδα – και μια πτώση
Νιφάδων αρκτικού χιονιού
Να ζωγραφίζουν όψη γηραιού
Γενειοφόρου Δεκέμβρη.
Μ’ ένα γαλάζιο μάτι υγρό και μια δροσιά θανάτου
Να κρέμεται σα χάντρα γυάλινη
Στο κέντρο του μετώπου
Εν είδη τρίτου οφθαλμού
Κυκλώπειας οπής σημείο
Με τετμημένη το μηδέν
Και τεταγμένη την αθανασία
Να κρύβει στον πυθμένα της
Μια γέννηση ουρανού
Μιαν έλευση Μεσσία.
Ή πάλι, τίποτε απ’ όλα αυτά
Παρά την απουσία.
ΥΓ. Άλλωστε, έχει σημασία ;
Μη μείνει πολύ μόνη
Η θλιμμένη ανεμώνη
Κει στο πόμολο της πίσω πόρτας κρεμασμένη
Με Ιούδα και Χριστό εσταυρωμένη
Του Αιόλου τα ραπίσματα να υπομένει
Το ευεργετικό σου άγγιγμα προσμένει
Και περιμένει και περιμένει.
Να βουτήξει σε νεράκι
Το στεγνό της ποδαράκι
Κι όταν το μαβί της μάτι ανοίξει
Της γης η λήκυθος θα σε τυλίξει.
Μούσα καλλίγραμμη πάνω σε άτι
Θε να σ’ ανοίξει μονοπάτι.
Του χρόνου τον Ταΰγετο ν’ αδράξεις
Και στην κορφή του έλατου να κράξεις :
Ω Ζευ ουράνιε, ιδού τα όνειρα, ιδού και οι πράξεις.
Δεν θέλω άλλους ανθρώπους γύρω μου.
Πάρτε τους σας παρακαλώ.
Δεν τους αντέχω άλλο
Δεν με αντέχουν ούτε και αυτοί.
Κατά κοινή ομολογία
Να βγει από τα ημερολόγια των σχέσεων
Ό,τι δύναται να εξομολογηθεί
Κι ύστερα ας αφεθεί
Γυμνό από φανφάρες.
Μόνο μια λέξη να φορεί
Την απουσία.
Κι ας μπει δίπλα στο επώνυμό μου ένας σταυρός
Στο απουσιολόγιο κι η δήλωση ‘χαμένη ευκαιρία’.
Δεν θέλω να με θέλουν οι άνθρωποι
Θέλω να θέλουν να μπορώ να τους αφήσω
Και μετά ας αφεθώ – ουραγός
Στο πίσω μέρος μιας σιωπηλής παράτας
Αδιαμαρτύρητα να ακολουθώ
Το νήμα μιας χαμένης στράτας
Το περασμένο σταυροβελονιά
Στο εμπριμέ σεντόνι κάποιας πλάνης
Ατίθασης, φαντασιόπληκτης, μοναδικής
Μεγέθους όσο η κεφαλή βελόνης
Βαμμένης με το αίμα – αθώας – ανεμώνης.
Είπε θα βρέξει.
Άνοιξε τις κουρτίνες διάπλατα ο ουρανός
Κι έστειλε μήνυμα αστραπή στον κάτω κόσμο.
Ανακοινώθηκε η πτώση ηλεκτρομαγνητικά
Σ’ όλα τα καταστήματα της επικράτειας
Από τα διαδικτυακά φερέφωνα της εξουσίας.
Συρρίκνωσις ορίζοντος εν ριπή οφθαλμού
Ακόμη και η διασκέδαση μαζεύτηκε.
Συνεσταλμένα κούρνιασε στο υπόστεγο της αναμονής
Παρόλο που δεν έβρεξε ακόμη – είπε θα βρέξει.
Η είδηση με χτύπησε σαν ευαγγελισμός
Σέρνοντας το βαρύ φορτίο του βλέμματος προς την βεράντα
Αιχμαλωτίστηκα στο μουδιασμένο δίλλημα κάποιας Παρθένου
Και δίχως σκέψη, αυτόματα ξεντύθηκα
Το διαδραστικό πεταλουδένιο χνούδι.
Φόρεσα τη γύμνια μου επίσημα
Κι εξήλθον μετά βαΐων και κλάδων
Προς προϋπάντησιν φαινόμενου Μεσσία
Με μάτια βουρκωμένα από αναδρομικές συγκινήσεις.
Μη σας φανεί παράξενο
Μα κάθε που ο ουρανός
Προβαίνει σε ανακοινώσεις πτώσεων
Τα ντροπαλά μου μάτια ξεγυμνώνονται
Πλαντάζουνε στο κλάμα
Ενώνοντας το δάκρυ τους
Μ’ αυτό του κάτω κόσμου.
Συνεύρεση παράξενη
Μα κι ευεργετική συνάμα.
Όχι για μένα.
Πιο πολύ για τον κακόμοιρο ουρανό.
Στο χθεσινό μου όνειρο ήσουν φεγγάρι
Ξαπλωμένη σε κλίνη διπλή
Να τρεχαντεύεις στους αιθέρες.
Κάποτε ξεμάκρυνες.
Φοβήθηκα μη σε μπερδέψω
Με μια Σελήνη ταξιδεύτρα
Δυο πήχεις μόνο αριστερά σου.
Έβαλα τα δυνατά μου να σε πλησιάσω.
Κάποιος φαντάρος αρχικά
Κι ύστερα μια νοικοκυρά
Με καθυστέρησαν.
Όταν θεώρησα πως σε πλησίασα αρκετά
Εξαφανίστηκες.
Χάθηκα κι εγώ μαζί σου
Σε χαμηλό ύψος.
Κάπου πάνω απ’ το πάρκο των αξιωματικών.
Ποταμός και Ανεμώνη
Ποταμός.
Ρέων κατά τεκμήριο
Κάποτε ήρεμος – τώρα ορμητικός
Αεικίνητος. Αειφόρος. Αρρενωπός.
Της θαλάσσης εισβολέας
Το λιοντάρι της Νεμέας
Νάρκισσος που’ κλεψε το βλέμμα
Της αυγής και πλύθηκε με αίμα
Κάποιου ωμοβόρου σκοτιδιού
Που ξόρκισε με σφάκα
Βρασμένη φλούδα κρεμμυδιού
Και προσευχή ατάκα.
Έως που λύθηκε ο δεσμός
Κάπου στα Δαρδανέλια
Κι εκείνος ταύρος και αετός
Με τη φωτιά στα σκέλια
Κάπου σκαλώνει, κάτι τρυπώνει
Προς το παρόν δεν ξεριζώνει
Κάτι σα να σιγοψιθυρίζει
Και ο ύπερος λικνίζει
Κάποια σούτρα φευγαλέα
Μέχρι που να νιώσει ωραία
Η αιθερόλουστη πτερόεσσα
Ωραία Ανεμώνη.
Κατά τεκμήριο μόνη.
Πάντα περίεργη, τον βράχο σκαρφαλώνει.
Στήνει χορό στον άνεμο που τηνε καμαρώνει
Και με παθιάρικες ριπές φιλιών διαρκώς την μαστιγώνει.
Αχ καημενούλα Ανεμώνη
Στρώθηκες απερίσκεπτα στου ποταμού το αμόνι.
Εσύ αγάπησες μ’ αυτός πληγώνει
Με τρόπο βασανιστικά αργό – κι αυτό σκοτώνει
Καθώς γλιστρά αδιάκοπα στη χαραγμένη κοίτη
Μαδά την κάθε σου στιγμή από χαρά και λύπη.
Ιδού το πρώτο πέταλο
Βούτηξε παραπλανημένο θύμα
Με το τρεμάμενό του είδωλο να ταυτιστεί
Στης λιποθυμικής ροής το πλάνο κύμα
Και πάει, πάει ανεπιστρεπτί.
Κι ακόμα ένα πέταλο
Ωχ, να σου κι ένα τρίτο
Ώσπου γυμνό κορμί ο στήμονας
Αρχαίος κούρος ταλαιπωρημένος
Πριν καν προλάβει ο επιστήμονας
Σε χέρι αρχαιοκάπηλου πιασμένος
Να σπαρταράει άχαρα
Κάποιον χορό Ζαλόγγου
Και βουτηχτεί στα σουβλερά
Πλοκάμια κακοήθους όγκου.
Αχ Ανεμώνη, Ανεμώνη
Πώς τον μαβί σου σπαραγμό
Ο τρελοποταμός τελειώνει
Και με τον πρόωρο πνιγμό
Ο ρέων δαίμονας σ’ ενώνει.
Ερωτευμένη Βερενίκη, κουρεμένη
Στον κινητό βωμό του θωπευτή διαβάτη
Πρόσφορο έχυσε την κόμη της και περιμένει
Σε κάποιας Νύμφης να καθρεπτιστεί
Το ζωοφόρο μάτι
Κι έπειτα ν’ αποκοιμηθεί
Μες στου Μορφέα τη βελούδα φυλακή
Πέρα απ’ του άδυτου το χρυσαφένιο μονοπάτι.
Μάνα μου μαύρισε ο καιρός
Σκοτίδι μέσα κι έξω
Άλλαξε τόπο ο αναστεναγμός
Και μου ‘πε να διαλέξω
Ένα πτερόεν ερπετό
Με το μοβόρο μάτι
Να επισπεύδει τοκετό
Μη και προλάβει κάτι
Από το σκότος το ιερό
Ας γεννηθούνε φώτα
Κι ύστερα πάλι σκοτεινό
Ας μείνει όπως πρώτα
Κι απ’ τα ερέβη αν δε βγω
Το σκοτεινό φως πάνε ρώτα
Βρε, μπας κι η κότα έκανε τ’ αυγό
Ή το αυγό την κότα ;
Μέσα μας ρέουν άφθονα τα ύδατα της νιότης
Ξεχειλισμένοι ποταμοί – αναβαθμισμένοι σε θάλασσες
Πλατιές που επεκτάθηκαν στον χώρο
Που καλύπτουν δύο διαδοχικές ματιές
Δυο χέρια τείνουν πρόθυμα την επιθυμία
Δυο χείλη ασκούν απρόθυμα την ετυμηγορία
Μιας απρογραμμάτιστης συνεύρεσης
Που σαν γέφυρα άπλωσε τον ίσκιο της κορδέλα
Από πολύ ψηλά.
Κάτω να ρέουν άφθονα τα ύδατα της νιότης.
Ανάμεσά μας τώρα ωκεανός
Με δάκρυνη αλμύρα
Που τελειώνει το εγώ – δεν το κατέχω.
Που αρχίζει το εσύ – το αγνοώ.
Μ’ όλη αυτή τη θάλασσα τριγύρω
Ήπειρος εγώ κι εσύ νησί
Αλλά και το αντίθετο δε βλάπτει.
Κι αν ειμ’ εγώ εσύ
Κι η θάλασσα μανδύας
Κάποιας προσωπικής περίπλοκης
Χειμερινής ισημερίας
Άσε ξεκούμπωτο το πιο ψηλό κουμπί
Κάτω από το σαγόνι
Να γίνει φίδι ο άνεμος και
Να σου πάρει τα μαλλιά έξω
Να σου ξεμυαλίσει την κόμη
Από τους σηκωμένους γιακάδες
Με ποταμίσια ορμή.
Ιωνάς και Ψάρι
Εγώ δε νομίζω, γνωρίζω.
Αποκρίθηκε το Ψάρι, τινάζοντας με την ουρά του το φυτοπλαγκτόν που είχε συσσωρευτεί γύρω του σαν μαγνητισμένο από αστέρα της τιβί πλήθος.
Σα δελφίνι μου χαμογελάς, μα σαν κήτος με καταπίνεις
Όσα τα δόντια του δελφινιού, τόσα του καρχαρία.
Κραδαίνω μπρος σου την τροφή – φα την κι ας είναι κρύα.
Λατρεύω το άνοιγμα του στρειδιού
Που ‘ναι γιομάτο με την κενή ματαιοδοξία ύπαρξης
Κάποιου κρυμμένου μαργαριταριού
Που δεν βρίσκεται στη θέση του
Λες κι η επιθυμία μου να το μετακίνησε
Σε κέλυφος γειτονικό
Σαν το κυνηγημένο από το φωτόνιο
Σωματίδιο, που δραπετεύει από την μελέτη
Του φιλόδοξου ερευνητή.
Λατρεύω τον δραπέτη εαυτό μου
Που με αφήνει σύξυλο και κατάμονο
Μπροστά στον καθρέπτη
Να παρατηρώ την απουσία μου.
Βήματα τυφλά, προϊόντα κόπωσης με οδηγούν
Αφήνω τον ήλιο πίσω μου
Αφήνομαι δίχως αντίσταση
Ν’ ακολουθώ την σκιά μου.
Σύντομα θα ταυτιστώ μαζί της,
Ξεχνώντας το σώμα μου,
Εγκαταλείποντάς το κατά τμήματα στην πορεία.
Έτσι νιώθω ανάλαφρος,
Πιάνοντας την βαρύτητα στον ύπνο
Αλλά και ευέλικτος,
Έτσι όπως γλιστρώ σαν χορευτής
Ανάμεσα στις ραντισμένες τριανταφυλλιές.
Οι κινήσεις μου αποτυπώνονται στο έδαφος
Με συνεχείς κυματισμούς
Σαν σημαία υποταγμένη στην
Χαοτική χορογραφία της μέθης.
Ξάφνου, το έδαφος αποκτά
Αμμώδη υπόσταση.
Ξέρω πως η θάλασσα δεν είναι μακριά
Στέκεται κάπου εκεί μπροστά μου
Σαν γιγάντιος βούδας.
Δεν τη βλέπω, είμαι τυφλός.
Πως μπορείς να δεις τη θάλασσα;
The pleasure is mine
Έξω φυσάει ένας αλλόκοτος Βαρδάρης
Κι εμείς γεμάτοι χαραμάδες
Αφήνουμε, θαρρείς συνειδητά και
Με το πρόσχημα της χειμερίας
Το λυσσαλέο ρεύμα του να διαπερνά
Από τις λεπτεπίλεπτες ρωγμές μας
Μέχρι τα μικρομόρια της αέναης αλυσίδας
Που σπειρώνει γύρω μας ως γητεμένο χέλι
Και μας τυλίγει τον έρωτα της Μέδουσας
Με τον πορφυρό Αστερία.
Χείλος με χείλος, πληγή με πληγή
Το δάκτυλο να σημαδεύει πάντα την Ανατολή.
Ναι ναι, καλά το κατάλαβες
Εκείνη την Ανατολή που πάντα έρχεται
Μα ποτέ δεν φτάνει.
Γιατί δύο ευλύγιστοι κορμοί
Συμπλέκουν τις διακλαδώσεις τους σ’ ένα
Πυκνό ιστό από σμαραγδένιες διαδρομές
Όπου κυκλοφορούν ξετρελαμένα
Άπειρα μεθυσμένα ερωτόνια
Χορεύοντας στο ένα πόδι Shiva dance
Και τραγουδώντας ψιθυριστά
Τον ύμνο του απόηχου της ροής τους
Καθώς κατρακυλούν τις ηδονές
Από το μέτωπο στα νύχια.
Το δάκτυλο τώρα δείχνει τη θηλή
Κι αυτή ορθώνει το ανάστημά της σαν ιστός
Σημαίας χώρας μακρινής
Και σίγουρα εξωτικής
Αν κρίνουμε από τους ελιγμούς
Κατά πως ξελογιάζει τον αέρα σε
Περιπτύξεις τολμηρές
Γεμάτες αμφιλεγόμενες υποσχέσεις
Μιας συνουσίας πλατωνικής
Όπως του πεύκου με την χλόη
Κάτω από τον παγερό ουρανό, σ’ έναν
Παράδρομο της οδού Αγάπης.
Τώρα το δάκτυλο αγγίζει τη θηλή
Και πίσω του ακολουθούν τα χείλη
Τα χίλια μύρια κύματα με τα οποία το θεριό
Πολιορκεί τους Άγιους Τόπους
Κι εκείνοι – φευ – του δίνονται αμαχητί
Η άλωση τείνει να ολοκληρωθεί εν μία νυκτί
Κι όμως, αυτό που λεν την ύστατη στιγμή
Ο ταχυδακτυλουργός έρως βγάζει
Τον κρυμμένο άσσο από το μανίκι:
Τα ρέστα μου θα παίξω
Στην επόμενη παρτίδα.
Εδά κοπέλια σταματώ.
Κι όλα τα μεθυσμένα από το κρασί
Του πόθου ερωτόνια
Που έπλεαν ανέμελα σε θάλασσες
Ζωμών που μόνο δύο σάρκες παθιασμένες
Είναι σε θέση να παράξουν
Φόρεσαν τον ζουρλομανδύα της υποταγής
Στο πεπρωμένο που με θράσος υπόσχεται
Μέλλουσες στιγμές σαγήνης
Άπειρου χωροχρονικού μεγέθους.
Τα χείλη τώρα απομακρύνονται σαν
Δυό καράβια που σαλπάρουν.
Το ‘να της λαχτάρας που κούρσεψε τα κορμιά
Και τ’ άλλο του γλυκύτατου
Ανεμοστρόβιλου των χνώτων.
Μα η ανάσα η κοινή ακόμη παραμένει
Έχει βαθιές τις ρίζες της
Στα υποθαλάσσια ηφαίστεια του πάθους
Και θεριεύει σε αλλόκοτο Βαρδάρη
Ξεσηκώνει τις ψυχές σε ταξίδια σαν
Δύο σακούλες πλαστικές
Την μια από ‘δω, την άλλη από ‘κει. Κι
Αυτές, εφήμερες σειρήνες στεναγμών
Γνέφουν η μια της άλλης με
Πονηρό κλείσιμο του αριστερού ματιού.
Όταν ο άνεμος καταλαγιάσει πια
Το κύμα γίνει απαλός αφρός και αφεθεί
Στη φλογερή αγκάλη της αμμούδας
Αυτό που μένει είναι οι μυρουδιές
Που κάθισαν η μια στο ρούχο της άλλης
Δύο πουλιά αντικριστά στο ίδιο το κλαρί
Να καταπίνουν το’ να το κελάρυσμα του άλλου.
Σ’ ευχαριστώ μου λες που μ’ έλουσες με τον ιδρώτα
Του ετοιμόρροπου φύλλου συκής κι
Ύστερα με διαπέρασες με κεραυνού ηλεκτροπληξία.
Σ’ ευχαριστώ μου λες και με πονάς
Μ’ όλη τη γλυκιά πίκρα που το όπιο κερνά
Στο διψασμένο για ηδονή πρεζόνι.
Σκύβω να σου μαζέψω το μαλλί που
Παράπεσε σε μία χαραμάδα σιωπής και
Με την άνετη σιγουριά ζεν μοναχού
Σου καλλιγράφω νοερά πάνω
Στο σώμα της καμένης άμμου:
Όχι, no, jamais και nein
The pleasure is all mine.
Ξεκίνησα με πόθο να σε δω
Μέσα στη θάλασσα του βλέμματός σου να βουτήξω
Στα όρη του κορμιού σου ν’ αναρριχηθώ
Με χέρια, πόδια, νύχια, δόντια και φτερά
Τα μονοπάτια των κρυφών μυώνων σου να πλήξω
Κι όταν με όργανα του σύμπαντος ιερά
Τις διαστάσεις της καμένης γης υπολογίσω
Ξέρεις, μήκος το όνειρο, πλάτος η στεριά,
Ύψος της ήβης η ασύλητη σπηλιά
Τα πυρωμένα χείλη μου με σιγουριά να σβήσω
Πάνω στης γλώσσας σου το πορφυρό χαλί
Μ’ ένα φιλί.
Πόση λαχτάρα κι άλλη τόση προσμονή
Ώσπου το όστρακο λειάνει το μαργαριτάρι
Φούσκωσαν θάλασσες, αναποδογυρίσανε βυθοί
Κι όμως το είδωλο, βρεγμένο μανιτάρι
Στην αλγεινή σκιά της λήθης βάλθηκε ν’ ανθεί
Και δεν του καίγεται καρφί
Για όποιου έρωτα μονότονο τροπάρι.
Έτσι, ο πόθος βάλθηκε
Σε μεθυσμένου δάκρυ να πνιγεί
Αφού το κάθε τι μονάχα φορά μία
Διαγράφει την πορεία του
Έλλειψη δίχως εστία
Προτού για πάντα σωριαστεί
Σαν αστερόσκονη στης Ανδρομέδας την κυριαρχία.
Εγείρονται ολόγυμνοι οι προδομένοι ερωτιδείς
Ψεκάζοντας γραφίτη το ουράνιο ταβάνι
Πολύτιμο απόσταγμα αγγελικής ιαχής :
Πες μας, πως γίνεται, μία μόνο φορά να φτάνει ;
Τ’ άκουσ’ ο κλέφτης άνεμος που είχε βγει σεργιάνι
Κι έτσι φουριόζος άρπαξε με βία περισσή
Το πρωινό χαμόγελο από αθώο γιασεμί
Πριν καν προλάβει χρώματα στο άρωμα να βάνει.
Τώρα τον πόθο μου βλέπω να ξεκινά
Του ανεκπλήρωτου το άχαρο ταξίδι
Μες από δάση στίχων σε νοσταλγίας καταχνιά
Υποχωρεί η πρόθεση σαν τρομαγμένο φίδι
Που σέρνει θύμισες και αμμουδιές νωπές
Από το άγγιγμα της μέδουσας με τον τρελό αστερία
Σε Ποσειδώνιο ναό που φλυαρούν σιωπές
Τον μέλλοντα χρησμό τους μαγειρεύοντας
Για των ενστίκτων την ισημερία.
Την τελευταία μέρα των παθών
Έπεσε το ανέφικτο πάνω μας καταιγίδα
Τους πόθους μετατρέποντας σε άτακτες φυγές.
Πίσω να στέκουν όρθιες δύο θολές σκιές
Μάρτυρες της ματαίωσης μοναδικοί
Σε αδειανή κερκίδα.
Βρέχει σιωπές.
Το βλέμμα μου αναστενάζει στη θαμπή διαφάνεια του παραθύρου.
Κόλλησαν τα ρουθούνια μου στο παγωμένο τζάμι.
Κάτι χνώτα παιχνιδιάρικα, παρέσυραν τον διαλογισμό, σ’ έναν ανεξήγητο και δίχως
άλλο μάταιο υπολογισμό.
Πρώτα ο χρόνος : ένα εκατομμύριο εννιακόσιες χιλιάδες οκτακόσια τριάντα τρία
πτώματα δευτερολέπτων στροβιλίζουνε ισάριθμους δυνητικούς θανάτους, στην
ευρύχωρη χοάνη της λήθης.
Έπεται ο χώρος : τρία εκατομμύρια τετρακόσιες εξήντα επτά χιλιάδες βήματα, πάνω
από στεριά και θάλασσα, όσα χρειάστηκαν στην Ευρώπη για να γίνει από γυναίκα
ήπειρος.
Πώς να γεμίσεις τέτοια διαστήματα και με τι ; Κι ύστερα πάλι, γιατί ;
Ένα πρωί που η θάλασσα με ορμή εισέβαλε στο κελί μου, μεθυσμένος από
συριγμούς υπόκωφων παραδείσων, είπα να έρθω να σε βρω. Κι ας διαλυθώ με τα
ξενυχτισμένα χνώτα.
Κατόπιν, αποφάσισα την επαφή μας να βαπτίσουμε στα κρύα ηλεκτρονικά νερά του
κυβερνοχώρου. Μήπως και πάρει όνομα τρανό, συνώνυμο εθνικής εορτής, επέτειο
μιας παλιγγενεσίας.
Ύστερα πάλι, προτίμησα να βγω στον άνεμο και να σου τηλεφωνήσω το τραγούδι
του ευκίνητου νερού, έτσι όπως σκοντάφτοντας, τσουλάει το κορμί πάνω στις
πέτρες.
Όχι, καλλίτερα να σου γράψω.
Συμβιβάστηκα να ζωγραφίσω τη συνεύρεση της αύρας με την σάρκα που κοχλάζει,
στη φρέσκια φλούδα του μανταρινιού.
Τελικά, περιορίστηκα σε ιχνογράφημα λακωνικό, κατάθεσης συγκινήσεων,
σπιλώνοντας με την μελαγχολία μου το παρθένο λευκό κάποιας ανύποπτης σελίδας.
Βαρύ φορτίο για μεταφορά, μετασκέφτηκα. Και αποχώρησα γυμνός από τις
επικοινωνίες.
Πέτρα ήσουν που έλιωσε
Με το μεθοδικό του χάδι
Το λάγνο κύμα το άτιμο
Και σ’ έσυρε υδάτινη ουσία πια,
Μια θάλασσα στον δελεαστικό βυθό της.
Μα το νερό δεν άντεξες πολύ
Εγώ είμαι του αέρα φώναξες
Και βάλθηκες να χωρίζεις
Τα υδρογόνα από τα οξυγόνα.
Ώσπου μεταμορφώθηκες σε υδρατμό.
Κόλλησες την άπλα σου στις τζαμαρίες
Και στις απατηλές των κατόπτρων επιφάνειες
Σα να επρόκειτο να μεσουρανείς
Την θολότητά σου στο διηνεκές.
Ο χρόνος μέτρησε τρεις στιγμές
Η προσοχή φλερτάριζε με νυχτολούλουδα
Πίσω από τις άβατες πλαγιές της εσπερίας
Όταν το κάθιδρο βασίλειό σου ανέρευσε
Στο υπερώο μιας μάταιης δοξασίας.
Η τιμή του εμβαδού σου ελαττώθηκε
Με εκθετικούς ρυθμούς μεταβολής.
Κάποια ρομαντικά συνημίτονα
Ασύνδετοι κρίκοι μιας σπασμένης αλυσίδας
Απόηχοι δεσμών εσωτερικών
-δηλαδή ισχυρών-
Γνήσιοι εκφραστές αλλόκοτων μετασχηματισμών
Υπέρμαχοι μιας μεταβατικής θολούρας
Ακόμη παλεύουν με την ήττα που
Φόρεσε μανδύα ταχείας εξατμίσεως
Κι επελαύνει θριαμβευτικά
Εν είδη αμερικανικής μεραρχίας
Στις λείες εσχατιές του καθρέπτη.
Τώρα που η διαφάνεια
Δεσμεύτηκε να παίξει ρόλο πρωταγωνιστή
Ανάμεσα σε όραση και ορατό
Σε θύτη και σε θύμα,
Το είδωλό της άρχισε να ανατέλλει
Με την μεγαλοπρέπεια του πρωινού θεού,
Η όψη του νεόπλουτου κενού.
Όλη μας η περιουσία κατατέθηκε
Σιωπή-σιωπή, λαχτάρα με λαχτάρα
Στη μαύρη τρύπα μιας ασυνέχειας χωροχρονικής
Κι ως ανεξάρτητες μεταβλητές
Κάποιας πολύπλοκης συνάρτησης αμηχανίας
Επενδύουμε τη νεότοκη υπεραξία
Του κάθε απέραντου προσωπικού μας τίποτα
Στη θερμοκρασία του απόλυτου μηδενός.
Υπό συνθήκες έλλειψης βαρύτητας συναισθηματικής
Και ατμοσφαιρικής πιέσεως αμελητέας
Σα μεθυσμένα νεφελώματα μορίων απουσίας
Σκεπάζουμε τους ομοιοπολικούς δεσμούς
Μιας – ακόμη – χαμένης ευκαιρίας.
Αιφνίδια η λάμψη σου.
Μια εν αιθρία αστραπή.
Μια εν αιθρία αστραπή.
Τάραξε την ησυχία των λωτών στους
Σμαραγδένιους κήπους της παραίσθησης
Έτσι πως άστραψε με μιας
Την ένταση μέσα από την φλόγα.
Ύστερα, κατρακύλησες ομαλά
Σε όξινη σταγόνα
Πάνω στους ζυγωματικούς
Λοφίσκους του ανυποψίαστου πρωινού.
Κουβαλούσες στην πλάτη σου
Όλο το βάρος της επόμενης μέρας.
Ψιχάλιζε τέρψεις ο θεός – θυμάσαι;
Και στα ραμμένα χείλη
Φωλιάσανε σταλίδες πουλιών
Ντυμένες με αρώματα υακίνθου.
Άπλωνες τις πτυχές σου
Πάνω στο βρεγμένο μου κορμί
Κυματίζοντας ρυτίδες ηλεκτροπληξίας.
Μια στάλα σου ισορρόπησε στο
Τεντωμένο σκοινί της αμφιβολίας.
Λίγο πιο κάτω, ειμ’ εγώ
Και φλέγομαι σε μια
Κόλαση ευδαιμονίας.
Ώσπου εκείνο το ελάχιστο εσύ
Συμπυκνωμένο σε μικρόκοσμο
-φιλοξενούμενος που από παρεξήγηση
δηλώθηκε εισβολέας -
Σήκωσε τη μουσούδα του
Σαν ανθισμένος πειρασμός
Κι έγινε άφαντος ατμός που
Μόνη της η γη ρουθούνισε
Με τη μορφή του χνώτου - με μια κοφτή ανάσα.
Κι έμειν’ η ευτυχία μοναχή
Στο κρύο φως που ξέφυγε απ’ τη φυγή μας
Να λιβανίζει την αναδρομική πολυτιμότητα
Εκείνης της απέραντης στιγμής
Όταν η λάμψη σου ξάφνιασε τις αστραπές
Κι οι ψίθυροι υποδυθήκανε βροντές
Πυροδοτώντας νοσταλγίες δειλινών
Τον άδειο αέρα τορπιλίζοντας με άνθη.
Σε τούτη την άδεια σελίδα που με κοιτάζει καθώς
Αλείφεται με όλη την αθωότητα του λευκού και
Τσιτώνει σε μια γυμναστική επίδειξη διαθεσιμότητας,
Θα προσπαθήσω να’ μαι ειλικρινής.
Αντί με στιχογράμματα της κεντήσω την επιφάνεια,
Λέω να στιχοράψω διπλοβελονιά μια ζωγραφιά,
Έτσι που να μην χρειαστεί
Αν αργότερα, όταν αυτή πια φορτωμένη
Έγχρωμους μελαγχολικούς ανθούς
Κι εγώ άδειος και μόνος σα ρεματιά
Ξανασυναντηθούμε σε κάποια κατρακύλα.
Παρά ένα και μόνο βλέμμα, μια κλεφτή ματιά
Σαν διαπίστωση ευταξίας
Τόσο στο απλανές στερέωμα
Κάποιας προσωπικής κενοδοξίας
Όσο και στο καθρέπτισμά της
Στις ανυπόταχτες περιοχές
Της κατεχόμενης πια
Από στρατιές μελαγχολικών ανθών
Πάλαι ποτέ λευκής σελίδας.
Μπαίνει στο φθινόπωρο η ζωή
Πάνε οι άνοιξες και τα καλοκαίρια
Τα άνθη σκόρπισαν στον άνεμο
Τα φρούτα έπεσαν στην αγκαλιά της χλόης
Τα φύλλα ρόδισαν, σκλήρυναν, αφέθηκαν
Στη φυσική λιτανεία της πτώσης
Πρώιμα γέλια και χαχανητά
Γίναν του έρωτα ρυτίδες
Σκόνης κρούστα παχιά να επικάθεται
Στο όχι για πολύ ακόμη
Εωσφόρο μάτι.
Πες κάτι
Έστω μια λέξη
Κι ας είμαι κουφός
Πες όνειρο – κι ας μην κοιμάμαι
Θα μου το κελαηδήσουν οι σιωπές
Των λουλουδιών
Καθώς θα γδύνονται τη φορεσιά τους
Πάνω στο χάλκινο ταψί
Όπου ο ήλιος διαπραγματεύεται τη δύση του.
Την τελευταία μέρα του μηνός επέλεξες
Για να εξαπολύσεις την επίθεσή σου.
Κόντρα στα σημεία των λήθαργων καιρών
Και τα προγνωστικά παναισθηματικής ειρήνης.
Πέρασες καβάλα σε διάττοντα αστερολιγισμό παρόρμησης,
Σκόρπισες χύμα άνοιξη στα
Τρεμουλιασμένα πέταλα της παπαρούνας.
Σύννεφο σήκωσε αστερόσκονης
Το ποδοβολητό της έπαρσής σου
Κι οι κόρες των ματιών μου αναγκάστηκαν
Να διαστείλουνε την προσοχή τους.
Ένα απειροσύνολο σταχτόγκριζων
Κηλίδων μελαγχολίας ήρθαν και κάθισαν
Μεταναστευτικά πουλιά στο συρματόσκοινό μου βλέμμα,
Αποδεικνύοντας βιωματικά, πως
Κάθε ευθεία θέληση δεν είναι άλλο, παρά
Μια αράδα από άπειρες κουκίδες παρορμήσεις.
Ακολουθία διαρκώς
Αυξανόμενης έντασης στιγμών, σαν μια
Στρατιά ψηγμάτων πόθων και παθών
Που βάλθηκε να καπελώσει το στερέωμα του χρόνου
Κι άλωσε την αλλόθρησκη επικράτεια της σάρκας.
Ευτυχώς που υπάρχουν οι αποστάσεις
Και δεν συγκρούονται τα όνειρα μεταξύ τους
Στην ματωμένη πίστα της απερισκεψίας.
Αλλιώς, των γεγονότων η οθόνη
Θα γέμιζε πτώματα διανοητικά
Κι ο κήπος των επίγειων ηδονών
Θα είχε υποβιβαστεί
Σε νεκροταφείο παρορμήσεων.
Από μακριά κι αγαπημένοι
Στέναξε η σύνεση στον αυθορμητισμό
Κι αυτός απρόθυμα ξετύλιξε την άπειρη στιγμή
Που ‘χε δεμένη στον καρπό για κομπολόι
Αίφνης, ο κόσμος προμηθεύτηκε στιγμές.
Η θριαμβεύτρια σύνεση παρέλασε
Σωστή επέτειος αγρυπνίας
Πάνω στο άψυχο πτώμα του ονείρου
Που δεν ήταν όνειρο, παρά
Υποκατάστατο νέας σελήνης
Στην αλλαγή του δίδυμου ψαριού
Σε παθογόνο μα ακέρατο ακόμη κριαράκι.
Την τριακοστή πρώτη του μηνός
Όταν η άνοιξη μας βομβαρδίζει γιασεμιά
Κι νύχτα μας μολύνει με χιλιάδες ετοιμόρροπα αστέρια,
Ένας πλησίον τείνει χείρα αβοήθητη, μα εμείς
Γραπώνουμε ο εις του άλλου την ελπίδα
Και καταδικάζουμε αλλήλους
Σε ισόβια ελευθερία
Μέσα στων παρορμήσεών μας
Το ολόχρυσο κλουβί.
Κρυμμένος εαυτός στην φυλλωσιά
Μιας άγουρης επιθυμίας
Συνελήφθη επ’ αυτοφώρω
Να σου μουρμουρίζει φόβους.
Το σεληνόφως μάρτυρας
Μαζί και δικαστής αδέκαστος
Αραδιάζει τα γεγονότα
Σε παράλληλες φέτες θάλασσας.
Ανακοινώνει ετυμηγορίες σιωπών
Στο μηχανοστάσιο της νύχτας.
Αμείλικτη μια ησυχία
Έλυσε τα μαλλιά της κι ύστερα χάθηκε
Στο αργόσυρτο ροχαλητό των γρύλων.
Τι να σου λέει άραγε μια άφωνη φωνή
Που υποδύεται την ομιλία;
Ποιος ιερόσυλος καημός
Άντεξε να σπάσει
Την συνομωσία των αηδονιών και
Ψέλλισε νανούρισμα στην απουσία;
Εκείνη η κρυμμένη φυλλωσιά του εαυτού
Που δραπετεύει πριν την συλλάβουν
Και εξακολουθεί μουγκή να
Σου μιλά και να σου περιγράφει
Κάποιον αόριστο σχηματισμό κενού
Ζωγραφισμένο αίνιγμα στο χθες
Τότε, που όλα ήτανε νεότις.
Ναι, πρόκειται για τον ίδιο εαυτό
Τον ξέφρενο λιποτάκτη
Που φλυαρεί με το κενό και
Μαρτυρά του δειλινού την ραψωδία,
Τον φευγαλέο δεσμό της πεταλούδας
Με τον άκρατο οίνο των ανθών.
Είναι ο ίδιος εαυτός που
Σε κοιτάζει στον καθρέπτη του γκρεμού,
Γκρεμός κι αυτός,
Αν όχι γκρεμισμένος, να σε
Περιεργάζεται με την ταχύτητα
Που ρουφούν το νέκταρ οι πεταλούδες
Σαν αίνιγμα φωτιάς απατηλό
Την ώρα που οι πρασινάδες
Σκύβουν τα βλέφαρα ευλαβικά
Να τις διαπεράσει
Η θεία χάρις του μνημονικού
Με πνευματώδες αεράκι.
Κάτι από θύμηση γκρεμού
Μήπως εντέλει εξοφληθεί το
Ληξιπρόθεσμο γραμμάτιο χαδιών
Τώρα που μεσολάβησαν τα ύψη.
Βγήκα στο χείλος του κενού
Βόλτα με τις κραυγές μου,
Την μελωδία του άναρθρου στ’ αυτί
Μιας λάγνας πλάνης για να ψιθυρίσω
Ωσότου όλα έγιναν γκρεμός.
Οι φυλλωσιές, ο εαυτός, οι πεταλούδες.
Κι εσύ, μια αίσθηση άπληστου
Στη θορυβώδη μοναξιά της νύχτας.
Δάκτυλα, σημεία της νιότης μου
Που πέθανε πριν καν ανθίσει,
Σώμα, άμοιρο καράβι της ζωής μου
Που πλέεις ανέμελο στα ερέβη,
Ψυχή, πνοή μιας δοξασίας δίχως νόημα,
Πουλιά μαύρα, πυκνά σαν τα μαλλιά
Πριν ο χρόνος τα ρίξει,
Μέθη χαράς σε ξέφρενο πανηγύρι ατέλειωτο.
Χάνονται οι στιγμές, οι ουράνιες σπίθες
Σε πνιγηρές ευωδίες μας εγκαταλείπουν.
Άδεια η κάμαρη σαν λείπει η πνοή σου
Όπως μια χούφτα αστέρια αφημένα
Στο εξαντλητικό φως του μεσημεριού.
Τι ωραία που είναι η αγάπη μου
Με το μωρό μας στην κοιλιά
Στρογγυλοθρονιασμένο σε παλάτι πούπουλο
Μεθυσμένο από του πλακούντα τους θερμούς χυμούς
Ν’ αφουγκράζεται
Το αργόσυρτο ξεφύλλισμα της νύχτας σε μέρα.
Πόσοι αιώνες πέρασαν
Και πόσοι ακόμη θέλουν να ‘ρθουν
Μέτρησε και τους ξαναμετρά έναν έναν
Όπως μετράει τα κουκούτσια από τις ελιές
Που πρέπει λέει να ‘ναι στο πλήθος
Αριθμός περιττός
Όπως και τούτες δω οι αράδες
Ώσπου ο χρόνος σταματήσει να κυλά
Κι όλα παγώσουν όπως σε φωτογραφία.
Τότε η φύση θα κυοφορεί
Και θα ‘ναι μέσα Απρίλη
Όταν το αυγό εκκολαφθεί
Από την ζέση που εκπέμπουνε
Τα σπήλαια των κενταύρων.
Οι γύρω νύχτες θα κρυφτούν
Πίσω από την ολόφωτη σκιά τους
Όταν σκιρτήσει ο άβλαστος βλαστός
Ανθός από το άφθαρτο μηδέν
Στην πολυάριθμη ευθανασία.
Τι ωραία που είναι η αγάπη μου
Μ’ όλη τη γλύκα του αμάραντου ροδακινί
Να παφλάζει ανταύγειες αδήλωτων ακόμη ανατολών
Εκεί που οι βούδες συγκεντρώνουνε τα φώτα:
Στη χάση των μανταρινένιων φεγγαριών.
Κρατά ακόμη ολόκλειστα τα βλέφαρα της μήτρας
Μη και το όνειρο προλάβει και λουστεί
Κρυφά από τον Μορφέα
Την ανολοκλήρωτη έκσταση
Του αγουροξυπνημένου αμυγδάλου
Μη γίνει Πούλια ή Αποσπερίτης
Και σβήσει με το πρώτο φως της μέρας.
Όχι. Κράτα το λίγο ακόμη μέσα, να χαρείς
Της άμπωτης το άφτιαχτο κοράλλι
Στο μισοφέγγαρο στοχαστικής προσμονής
Ν’ αστράφτει της ζωούλας του
Την άλω σαν σε θαύμα.
Εξάλλου, η Πανσέληνος ήταν σαφής.
Φτάνει με μια αγκαλιά πληγές για αποσκευή
Με την ταχεία της επόμενης ανατριχίλας.
Ωραία που είναι η αγάπη μου.
Αφηρημένη ζωγραφιά στην υγρασία των χνώτων
Φιγούρα φυγής στα κρύσταλλα ανοιξιάτικης νοσταλγίας
Και φόντο βουτηγμένο σε γκρίζο ορίζοντα απέραντης αναμονής
Δειλινό ασύμμετρης λύπης
Ανάλαφρη σαν πνέον αερόστατο
Στο περιήλιο της συγκίνησης
Γύρω της διαγράφουν τροχιές ελλειπτικές
Οι δορυφόροι απλανείς που αψήφησαν τις πλάνες,
Έτοιμη για καλημέρα στους αστερισμούς
Που είδαν θάλασσα και γίνανε μαργαριτάρια
Και μια νεφέλη μέδουσα κέντησε σπονδυλωτά κολιέ
Να φέρει περιλαίμιο κατά την ανάδυσή της
Η Ανατολή, όταν αποφασίσει να ξυπνήσει.
Ωραία που θα’ ναι η αγάπη μου όταν
Παράθυρο ανοικτό, έξοδος χελιδονιών
Πορεία αδέσποτων χαρών
Ράπισμα άνοιξης στο Πάσχα των καιρών
Με μια τόση δα ανατολή στη χούφτα
Να σπαρταράει την χορογραφία της φλόγας
Που αποπλάνησε κάποια γητεύτρα αναπνοή
Και νοερά παρέσυρε στην πίστα
Απύθμενου αναστεναγμού,
Αφού με αχ και με αλί
Μονάχα ξεκλειδώνονται οι πόρτες της αλήθειας.
Χωρίς εσένα πόνε τοκετού
Πάντα λειψό θα παραμένει το φεγγάρι.
Ανήσυχη συνείδηση ατέλειας
Ώσπου να’ ρθεις και γίνει πανσέληνος.
Σαράντα μέρες πέρασαν, μα η στερνή πνοή σου
Έπλεξε με τα κύματα χαμένου παραδείσου
Δομή πολύπλοκη, αραχνοΰφαντη συνάμα
Ανάσα οστρακόδερμη με δίψα για το νάμα
Να σκαρφαλώνει σκαλωσιές, ονείρων διαψεύσεις
Ώσπου το κλάμα στερηθεί δακρύων συνευρέσεις.
Σαράντα μέρες πέρασαν κι εσύ ορθός εμπρός μου
Μουστάκι λεύτερο στ’ αχτένιστο μειδίαμα του κόσμου
Μέτωπο ιδρωμένο, φαλακρό από κηλίδες
Που καθ’ οδόν τα πάθη αφήνουνε ως ρυτίδες
Βλέμμα παιδιού που έχασε από καιρό το τόπι
Μα δε του καίγεται καρφί, θα φτιάξει άλλο τόπι
.
Σαράντα μέρες σφηνωτές στο χρονοντούλαπό μου
Ανίδεος και αδαής κραδαίνω στον καρπό μου
Σαράντα ψίχουλα λυγμών από τη μάννα οδύνη
Να τρώει άπληστος θεός και του θνητού μη δίνει
Σαράντα μεροκάματα σαλιγκαριών τρεχάλα
Χτίζε παλάτια χάρτινα κι ύστερα πάλι χάλα.
Σαράντα μέρες άνοδος – τις νύχτες κατηφόρα
Μα ‘ναι το ενδιάμεσο κενό που όλοι λένε ‘τώρα’
Που τρύπωσε ως νεοσσός αστερισμός πολίχνη
Και πέρασε τον χρόνο μας δίχως ν’ αφήσει ίχνη
Σαν μια τελεία ντροπαλή, απρόθυμη να κλείσει
Έτσι απότομα τον ρου στο χτεσινό μεθύσι.
Σαράντα μέρες σιωπηλός να χτίζω την κραυγή μου
Με τρία άλφα κι ένα χι φοβέρισα τη γη μου
Σίσυφος ανατράφηκα και ντύθηκα τον βράχο
Κατρακυλώντας στο κενό, ψάλλω ‘τη υπερμάχω’
Ώσπου ο γκρίζος άγγελος απ’ τ’ ουρανού τ’ αλώνι
Να ερμηνεύσει τον χρησμό που την ζωή παλιώνει.
Σαράντα είναι τα γιατί τα πως τα ναι τα όχι
Που ‘πεσαν σμήνος σαν ψαριά στου Χάρου την απόχη
Και πριν τελέψει ο οδυρμός κραδαίνουν εναντίον
Μου ξεραμένο κέλυφος απ’ της πληγής το πύον
Ώ θε μου πώς και μ’ άφησες μόνο, δίχως πατέρα
Να περιφέρομαι σκιά, πούπουλο στον αέρα.
Σαράντα πόδια φόρεσα μήπως και τον προφτάσω
Με των λυγμών τους ελιγμούς το πένθος να χορτάσω
Ν’ απλώσω θάλασσα πηχτή απ’ του καημού το αίμα
Και να ουρλιάξω στα βουνά ‘ πέστε πως είναι ψέμα’!
Ένα πουλάκι μ’ άκουσε, βάλθηκε να μαδήσει
Τα λεκιασμένα του φτερά σ’ ανατολή και δύση.
Σαράντα είν’ οι προσευχές που φύτρωσαν στο μνήμα
Να σου στολίζουν της ψυχής το στοιχειωμένο τμήμα
Αγάπη συλλαβίζοντας στου Άδη τους καθρέφτες
Εργολαβία ανάληψης και ας κριθούμε ψεύτες
Απ’ το θεριό της λογικής που γλίστρησε στην γλύκα
Και κάποια θέληση αλγεινή μετέτρεψε σε ήττα.
Σαράντα μέρες πέρασαν, και άλλες τόσες νύχτες
Όμως εδώ σταμάτησαν του ρολογιού οι δείχτες
Στου άχαρου του μηδενός την κουρασμένη πλάτη
Κι έκτοτε άπνοια, σιγή, σε μήκη και σε πλάτη
Ώσπου δεήσει ο Κύριος βροχή ευλογημένη
Για ξέπλυμα ψυχής και νου σ’ όλη την οικουμένη.
Σαράντα φίδια ο γητευτής, του θάνατου δραπέτης
Σαράντα και οι αναστεναγμοί πρωτού γενεί επαίτης
Για μια σταλίτσα έρωτα γονυπετής ο άφρων
Εκλιπαρεί τα τάρταρα από επάλξεις τάφρων
Μα η ζωή ανένδοτη, πεισματική εταίρα
Του ‘δωσε μια με τον σταυρό, τον πέταξε πιο πέρα.
Σαράντα πόντους μακριά από την φυλακή του
Ξέμεινε έρμος, πένητας να δένει το μαλλί του
Κομπόδεμα πόθων, παθών, μαζί και κάποια λάθη
Που ολοένα ενέδιδε δίχως ποτέ να μάθει
Πως στην καινούρια ηθική, ένα κι ακόμη ένα
Σπανίως δύο κάνουνε, για σένα ή για μένα.
Σαράντα κάνουνε γι αυτούς αλλά για ‘μας κανένα
Μελωδίες θλιμμένων δρόμων ψιχαλίζουν τις οράσεις.
Μια πέτρα κι ένα βότσαλο ο κόσμος, δίχως
Πνοή, παρά μ’ ανάκατη στις φτέρνες την επιθυμία
Κυματίζει.
Μέσα, βαθειά στους πάτους των αγγείων
Στους ανεξιχνίαστους χώρους του μικρόκοσμου,
Καλύπτουμε τους σπασμένους καθρέπτες
Θάβουμε συντετριμμένα είδωλα με δέος.
Κι οι εαυτοί μας ξεφυτρώνουν σαν τρελές παραφυάδες
Σ’ απόμακρους αγρούς, όπου λοφίσκοι καμπυλώνουν
Σε αγριελιές και πικροδάφνες, όπου αιωρούνται τρομαγμένα πρωινά.
Δίχως νοήματα, μ’ ασκούς που βολοδέρνουν στους ώμους της θάλασσας
Οι σκέψεις και τα όνειρα, αντίδοτα στον θάνατο
Που σκύβει πρόσκαιρα και μας φιλά το μέτωπο.
Μέρα χαραγμένη στο αχνό της πίκρας
Βράχοι, μοναχοπούλια στάζουν αρμύρα στο πλεχτό βασίλειο της νύχτας
Απόκρημνα μεσημέρια ελέους και ηδονής
Ήλιοι Δεκεμβριανοί, αχτίδες τοπίων παφλάζουν στα μουράγια
Άλογα με χαίτες πορφυρές και ξαπλωμένες θάλασσες στη ράχη
Δάση, πουλιά, ταξίδια.
Ημέρεψαν τα χνώτα της στεριάς στη μυρουδιά του δυόσμου
Βλασταίνουν οι ανάσες μας δίχως κορμούς
Θαμπώνουμε στο μεθυσμένο ακρογιάλι τους αστακούς και τα κοράλλια
Σαλεύουμε στη δίψα Πήγασων, λευκών νησιώτικων τοιχίσκων
Ελεύθερες στοές τριφυλλιών και φεγγαρόφωτες τρικυμίες
Στο λεπίδι της κραυγής, της θύμησης, της λήθης.
Δειλές ανατολές στο γαλάζιο των θολών ματιών
Το στέγνωμα του ανέμου, η ανάμνηση της πέτρας
Ανάμνηση νύχτας, γυναίκας τριαντάφυλλης.
Μελαγχολίες αστεριών, χεριών που δόλωσαν αγάπες
Στις κεραμιδένιες καμινάδες των ανώνυμων σπιτιών.
Μέρα πιστή στη γεύση των γκρεμών
Στο πύρωμα του λευκόχρυσου αντήχηση φώτων αλλόκοτων
Κρύβεις μια νοσταλγία στις θήκες των δειλινών
Τον έρωτα και τον θάνατο απομονώνεις με τα περιστέρια
Παράθυρο μακρύ και πίσω θάλασσα
Χρώματα δανεικά του ονείρου
Χαρίζονται στην Ανατολή
Μετέωρη μέρα
Απόκρημνη στιγμή
Απελπισία υακίνθων
Σπαραχτική ακτίνα πεπρωμένου στην
Ελάχιστη απεραντοσύνη του κενού
Κατρακυλήσανε οι σιωπές
Σε δειλινά αλμυρά από δάκρυ
Κάθε αύριο σε παρελθόν βουτάει
Άδηλη γραφή, κώδικας αγνώστου
Αμόλυντο φωνήεν
Ως άλφα τελικό και
Το μέγα ω το απύθμενο
Φιλοξενία Ίσιδος και Ιησού
Στου κοχλία την οδύνη – ή την δίνη
Στάζουνε χρόνοι παρακείμενοι
Από τις χαραμάδες της όρασης
Κατρακυλάνε οι σιωπές
Πάνω στο λείο παραθύρι το μακρύ
Της συνείδησης
Και πίσω η θάλασσα.















