Πληροφορίες

Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2012

Παραλήρημα στην πόρτα του μαιευτηρίου




Ανέμελος διέσχιζα τους ανθισμένους κάμπους, πατώντας στις μύτες των ποδιών, ώστε να μην πληγώσω  τη νεογέννητη παπαρούνα, χόρευα με τα χρώματα και πλάγιαζα με τα αρώματα, έπινα το νέκταρ το ηλιακό κι είχα πανσέληνους για προσκεφάλι. Τα διαβατάρικα πουλιά μ’ οδήγησαν όχι δίχως παλινδρομήσεις, σε τοπία μαγικά, όπου η ανάσα της θάλασσας ιδρώνει αφρίζοντας την πύρινη γη κι αυτή ως αντάλλαγμα ξαπλώνει τους αμέτρητους πόθους και τα αμέτρητα πάθη της σε κόκκους ιριδίζοντες με τάσεις χρυσαφί, σ’ ένα απέραντο χαλί. Αιθεροβάμων κι εγώ, μη τύχει κι αφήσω ασυγχώρητα πίσω μου κάποια ίχνη, το πάτημα το ανεπαίσθητο του αιλουροειδούς υιοθέτησα και μαγεμένος πορεύτηκα, γυμνός περιστολών, το μέγα κύμα να δαμάσω και να χαθώ. Μες στης αλμύρας τον καυτό πυθμένα, με της πορφύρας τον σφιχτό υμένα για φυλακτό,  βυθίστηκα μέχρι τα σκοτεινά τριαντάφυλλα της Αμφιτρίτης. Κι όταν στο φεγγαρόφωτο, το γαλανό το όστρακο μου άνοιξε τα σκέλια, την προσευχή μου διάβασα κατάμουτρα του Ποσειδώνα. Έτσι, ανέμελα κι απλά. Έπειτα αναδύθηκα. Όχι χωρίς παλινδρομήσεις.  Κάτι τα επικίνδυνα θέλγητρα μιας ζουμερής γοργόνας, κάτι τα υπερηχητικά σφυρίγματα των κοραλλιογενών σειρήνων που σαν δίχτυ οπτικών ινών αγκάλιασαν το λυγερό μου κορμί, κάτι οι παραπλανητικές περιπτύξεις των πολύχρωμων πλοκαμιών από τα ζηλόφθονα χταπόδια της Αφροδίτης, που ολίγον τι ταράχτηκε από την τολμηρή μου ανάδυση, λειτούργησαν διασωστικά, αναγκάζοντάς με σε συχνές στάσεις, αποκαθιστώντας με τον τρόπο αυτό την ομαλή αποσυμπίεση των πνευμόνων. Κι ένα λιόλουστο πρωινό του Απρίλη, η άμπωτη μ’ εναπόθεσε στην μητρική αγκαλιά των κοχυλιών, καθώς η πλάση γύρω μου, έδειχνε απορροφημένη από το κοντσέρτο για άνεμο και κύμα του Δημιουργού, ένα έργο που δεν θα βρεις σε καμία παρτιτούρα. Κι έτσι, ανάλαφρος σαν άπαιχτη νότα, συνεπαρμένος από του ανεμοκύματος τους σπαραγμούς, νεφελοποιήθηκα κι από τον αφρό της θάλασσας, στον βαμβακερό αφρό του ουρανού βρέθηκα να αιωρούμαι, λίγο θνητός, λίγο ημίθεος, λίγο ρεαλιστής, λίγο ονειροπόλος. Κι όταν από πολύ ψηλά, απ’ όπου όλα φαίνονται με το πραγματικό τους μέγεθος, δηλαδή μικρά, είδα τον μικροσκοπικό μου εαυτό να περπατά, να πονά, να μάχεται δίχως να νικά, να πληγώνει και να πληγώνεται, ένιωσα μέγας και τρανός, ένας μικρός θεός. Γύρισα το βλέμμα μου αγέρωχα προς τον ήλιο και τον κοίταξα κατάματα, δίχως γυαλιά ή άλλα προστατευτικά, μιας και τον αντιμετώπιζα σαν ίσος προς ίσο. Όμως δεν πρόλαβα να αρθρώσω ούτε μια συλλαβή, καθώς ο ήλιος αδιάφορος, συνέχισε το βαρετό του ταξίδι προς τη δύση, φροντίζοντας να ανταμείψει την αλαζονεία μου με ένα κεραυνοβόλο νεύμα συμπόνιας, που, αφού πρώτα εγκατέλειψε τα μάτια μου τυφλά σ’ ένα πηχτό ολόλευκο σκοτάδι, φόρτωσε τη συνείδησή μου με το τέκνο των μελλοντικών τόκων αποπληρωμής μιας ανέμελης και ίσως αδικαιολόγητα παρατεταμένης παιδικότητας. Έτσι κατάλαβα πως ούτε άγγελος ήμουν, ούτε αετός, καθώς με το έμβρυο στην πλάτη και την μαμά βαρύτητα από κάτω να μας καλεί επίμονα, θα έλεγα με βία, ένιωθα ξαφνικά πως η υδρόγειος έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα που συνεχώς επιτάχυνε, με σκοπό την ολέθρια σύγκρουση και συντριβή μου. Έτσι λοιπόν κατάλαβα πως από την πτήση στην πτώση αρκεί η αντικατάσταση ενός μόνο φωνηέντου. Από το ήτα το ηρωικό, να περάσουμε στο ωμέγα το μεγαλοπρεπές, το τελικό!
Όταν σιγά σιγά η ένταση της εκτυφλωτικής λάμψης άρχισε να υποχωρεί, τα βλέφαρα πήρανε να ψιλοσαλεύουν, κάποια κουτσομπόλικα ροδοπέταλα που είχαν αφεθεί στη δίνη του ζέφυρου πλησίασαν την διεισδυτική τους ευωδία στη ράθυμη σάρκα που σαν σωριασμένος σάκος πυγμαχίας μετά από εξαντλητική προπόνηση αμφιταλαντεύτηκε για λίγο ανάμεσα στην παράταση της υπνωτικής ραστώνης που βρισκόταν και την δυνατότητα μιας ριψοκίνδυνης αφύπνισης που υπόσχονταν εμπρός μου οι μυρουδιές των θυμαριών οι μπερδεμένες με τα αιμοφόρα πέταλα του ιβίσκου. Όμως, τούτη η αμφιταλάντευση ήταν δίχως νόημα ή σκοπό, για την τιμή των όπλων, αφού πριν το κορμί μου κάνει κιχ, το έμβρυο που έφερα στους ώμους, με μια αστραπιαία ζωηράδα, πάτησε το κουμπί της δεύτερης επιλογής, αυτής της συνεχούς αφύπνισης. Και, ω, πριν καν την άρθρωση του πρώτου φωνήεντος, μπραφ μου σφαλιαρίζει κατάμουτρα μια συλλογή από δίφθογγους επαναλαμβανόμενους ρυθμικά εν είδη πολεμικής ιαχής, ή απόηχους πολεμικών ταμπούρλων, από αυτούς που βάζουν στην ψυχή φωτιά και πυρπολούν όλου μου του εγώ τα παραμυθένια δάση.
Πατέρα κουράγιο ψιθυρίζω από μέσα μου στωικά και ξαναφορτώνομαι το έμβρυο. Έχουμε δρόμο πολύ ακόμη. Μπρος μας ξανοίγουν ρεματιές κι ορθώνονται φαράγγια, επώδυνες θε να’ ναι οι πατημασιές στων σκίνων τις ακίδες. Ο ουρανός θα κλείσει μύριες φορές από οργή και άλλες τόσες από θλίψη, ο ήλιος θα κυνηγηθεί από το μέγα νέφος το μελανό, ως τις απόκρημνες γωνιές του γαλαξία. Πόσες κόρες, πόσοι γιοί, δεν πρόκειται ν’ αντέξουν και τον κύκνειο ρόγχο τους θα κάνουνε αγριολούλουδο ν’ ανθίσει πάνω στην καυτή πέτρα. Μα εμείς πρέπει να συνεχίσουμε. Επόμενος σταθμός το πελώριο και σαγηνευτικό στόμα της θεάς γοργόνας. Ορθάνοιχτο να καταπιεί τον Ιωνά μετά του βρέφους αυτού. Κι εγώ, φέρων βρέφος θήλυ πολύχρωμο τατουάζ στο άτριχο στέρνο, εισέρχομαι δίχως να δευτεροσκεφτώ, μιας και το βρέφος με προστάζει. Μέσα στου κήτους την υγρή σπηλιά έχω για διορία τρεις ημέρες. Κι άλλες τόσες νύχτες. Να δω, να ψάξω, να συλλογιστώ και ύστερα να δράσω. Τρία μερόνυχτα ακάθιστων ψαλμών για να ξανάρθει η άσωτος άνοιξη. Φορτωμένη καρπούς. Που θα γευτώ κάποτε, στου μέλλοντος την απροσδιοριστία. Αχ και  να μπορούσα να (ξανα)βυθιστώ στου γαλανού πελάγους τα σκοτεινά ερέβη, μπας και με την αρχική μου υπόσταση να (ξανα)βρεθώ και τον λόγο της μοιραίας απόφασης να (ξανα)ζητήσω.
Ξάφνου, του εμβρύου η δαγκάνα – αγκαλιά με κύκλωσε με μια απειλητική στοργή, προτάσσοντάς μου με σπινθηροβόλο νεύμα την πορεία: ευθεία εμπρός. κι όπου μας βγάλει. Κι ας μη μας βγάλει. Δεν μπορεί, κάπου στο βάθος ακρογιάλι ανοιχτό, είναι η μάνα, που μας περιμένει με αδηφάγο αγάπη, με κρίνα σπαθιά και έναν ήλιο φλογερό και επικίνδυνο, ζωοφόρο εκτελεστή του πιο σαγηνευτικού ολέθρου. Του απόγονου. Δεν γνωρίζουμε το που. Αγνοούμε το πώς. Ξέρουμε όμως, διαισθητικά, πως η μητρική θαλπωρή βρίσκεται εκεί, στην άκρη της χαράδρας, όμορφη, θερινή, ανάλαφρη σαν αύρα, γλυκύτατη σαν νέκταρ, θερμή σαν μεσημεριανή αμμούδα, δροσερή σαν το ρυάκι που εκβάλλει ανάμεσα στα σκέλια της και ανοιχτή, ω θε μου, πόσο ανοιχτή, σαν γιαλός προσκυνημένος μόνο από τα αθώα πτερόεντα του σούρουπου και τις αγγελικές πτυχώσεις του υγρού στοιχείου.
Γραπώνω στα χέρια μου σφιχτά, να στύψω της καρδιάς μου το περιεχόμενο και ενσταλάζω μεγαλόπρεπα το μελανόχρωμο απόσταγμα στο διψασμένο ύφος του εμβρύου. Δεν είμαι συνοφρυωμένος πια, χαμογελώ. κι εκείνο, σκανδαλισμένο και σπαρταριστό, το χαμόγελο μου ανταποδίδει. Ζώνομαι τον χαμένο μου ανδρισμό και τον μετονομάζω σε ανδρεία. Έλα κόρη μου, πάμε από εδώ. Λίγο ακόμη και θα αναπαύεσαι στη θεραπευτική αγκάλη της μανούλας…



Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2012


ΟΛΟΓΡΑΦΙΑ : ΑΫΛΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ


ΟΛΟΓΡΑΦΙΑ :  ΑΫΛΗ  ΠΑΡΟΥΣΙΑ 
Αισθητικό Μήνυμα - Πολιτισμικές Επιπτώσεις
Παλαμάς Ιωάννης,   Μαθηματικός - Καλλιτέχνης




ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Τέχνη και τεχνολογία έχουν κοινή αφετηρία στο μακρινό παρελθόν. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, δεν γίνονταν καμία διάκριση ανάμεσά τους. Κάθε τέχνημα ήταν συγχρόνως και καλλιτέχνημα.
Στην προσπάθειά τους να ανακαλύψουν νέους τρόπους αναπαράστασης της φύσης, καλλιτέχνες και επιστήμονες ακολουθούν κοινές στρατηγικές, λύνοντας προβλήματα που συχνά δεν ανήκουν στον τομέα τους, αλλά με τον τρόπο τους συνθέτουν έναν κοινό τόπο δραστηριότητας του ανθρωπίνου πνεύματος.
Η ολογραφία θεωρείται η κορυφαία ίσως περίπτωση αρμονικής σύζευξης της επιστήμης με την τέχνη. Στηριζόμενη στην ιδιότητα των κυμάτων να συμβάλλουν μεταξύ τους, αναπτύχθηκε αρχικά ως μέσο αποθήκευσης και προβολής του συνόλου των πληροφοριών που μεταφέρει ένα ηλεκτρομαγνητικό κύμα, με πλήθος εφαρμογών στην βιομηχανία, την έρευνα και την τεχνολογία. Οι μοναδικές ιδιότητες των ολογραμμάτων ώθησαν πρωτοποριακούς καλλιτέχνες στην εξερεύνηση των αισθητικών δυνατοτήτων του μέσου και επιστήμονες από διάφορους τομείς της σκέψης, να χρησιμοποιήσουν ολογραφικά μοντέλα για να εξηγήσουν τις θεωρίες τους.
Σήμερα, 60 χρόνια μετά την ανακάλυψή της από τον Dennis Gabor, [1] σχεδόν όλοι μας έχουμε έρθει σε επαφή  με την ολογραφία, όμως ελάχιστοι έχουμε συνειδητοποιήσει τις πραγματικές δυνατότητες του φαινομένου και τον τρόπο με τον οποίο επηρεάζει την αντίληψη για τον  εαυτό μας, την ζωή, το σύμπαν.
Στόχος της παρούσης δεν είναι τόσο η ανάπτυξη των επιστημονικοτεχνικών αρχών δημιουργίας ενός ολογράμματος, όσο η ανάδειξη εκείνων των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της ολογραφικής εικόνας που την κάνουν να ξεχωρίζει από οποιαδήποτε άλλη οπτική αναπαράσταση που έχει πραγματοποιηθεί ως τις μέρες μας.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ
Είναι διάχυτη σήμερα η πεποίθηση πως η απεικόνιση του χώρου στο σχέδιο ή την ζωγραφική – ακόμη και στην φωτογραφία – πέρα από μία τεχνική διαδικασία, συνιστά ένα πραγματικό πολιτισμικό φαινόμενο. [2]  Ήδη από την πρώιμη ζωγραφική των σπηλαίων, βασικό μέλημα του ανθρώπου στην προσπάθειά του να εκφράσει εικαστικά τα οπτικά του ερεθίσματα, ήταν η όσο το δυνατόν πιο πιστή αναπαράσταση της φύσης. Πρώτα διαισθητικά, βαθμιαία όμως και με την ανάπτυξη των θετικών επιστημών, έγινε αντιληπτό πως κάθε είδος απεικόνισης πάνω σε επιφάνεια συνιστά μία προβολή του τρισδιάστατου χώρου στο επίπεδο και σαν τέτοια διέπεται από κανόνες που βασίζονται στην Ευκλείδεια γεωμετρία και αφορούν στην αντιληπτική διαδικασία της όρασης.
Η ανάγκη ρεαλιστικής απεικόνισης του βάθους οδήγησε στην γέννηση της προοπτικής στα τέλη του Μεσαίωνα, για να ολοκληρωθεί με τις ανακαλύψεις των AlbertiDurer στην αρχή της Αναγέννησης. Όμως τον 19ο αιώνα η παντοκρατορία της  προοπτικής αμφισβητήθηκε αρχικά με τους ιμπρεσιονιστές  για να ολοκληρωθεί από τον Cézanne και τους κυβιστές.
Η γέννηση του κυβισμού πραγματοποιεί μια τομή στην προοπτική αναπαράσταση, ξαναφέρνοντας το αντικείμενο στην διδιάστατη  επιφάνεια, εμφανίζοντας ταυτόχρονα περισσότερες γωνίες θέασης και δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό μία συνειδησιακή ένταση που θυσιάζει σταδιακά την υποκειμενική ματιά της προοπτικής στον βωμό της πολυδιάστατης αντικειμενικότητας. [3]
Ο ρόλος της φωτογραφίας σε τούτη την διαδικασία υπήρξε καταλυτικός. Η εφεύρεση της μηχανής άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι έβλεπαν τον κόσμο. Το ορατό άρχισε να σημαίνει κάτι το διαφορετικό. [4] Για τους ιμπρεσιονιστές το ορατό δεν παρουσιάζονταν πια για να ιδωθεί αλλά για να βιωθεί ως μια πρωτογενής δυναμική ολότητα φωτεινών εντυπώσεων (impressions). «Η τέχνη δεν παριστάνει, αποκαλύπτει» θα δηλώσει με έμφαση ο Paul Klee. [5]
Την ίδια εποχή οι εξελίξεις στον χώρο των φυσικών επιστημών είναι ραγδαίες. Η θεωρία του Maxwell για την ηλεκτρομαγνητική φύση του φωτός, η ανακάλυψη του ηλεκτρονίου από τον  Lorentz, η εξίσωση της μετατροπής της μάζας σε ενέργεια και η θεωρία της σχετικότητας, επικύρωσαν επιστημονικά ό,τι μέχρι τότε εξέφραζαν ζωγραφικά όλα τα μοντέρνα ρεύματα στον χώρο της τέχνης. Οι θεωρίες του Einstein αποδόμησαν το στέρεο οικοδόμημα της επιστήμης του οποίου τα θεμέλια ήταν οι νόμοι του Νεύτωνα, ανοίγοντας τον δρόμο για την απροσδιοριστία και την κβαντομηχανική. Όμοια οι ρηξικέλευθες κυβιστικές συνθέσεις των Picasso και  Braque προετοίμασαν το εικαστικό τοπίο για την εκφραστική έκρηξη που ακολούθησε με τα πρωτοποριακά κινήματα του εικοστού αιώνα. Einstein και Picasso απέδειξαν ο καθένας με τον τρόπο του πως δεν υπήρχαν πλέον προνομιακές οπτικές γωνίες.

Η ΟΛΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΠΟΧΗ
Η ολογραφία εξελίχθηκε σε ένα πρωτοφανές εκφραστικό μέσο, ανοίγοντας ένα νέο πεδίο όπου η εικόνα συντίθεται και αποκαλύπτεται μέσα σ’ έναν τρισδιάστατο χώρο προσφέροντας έτσι στον καλλιτέχνη άγνωστους μέχρι τότε τρόπους επικοινωνίας των ιδεών του πάνω στην οπτικοποίηση της εικόνας και εγκαθιστώντας μια διαδραστική σχέση ανάμεσα στον θεατή και το έργο τέχνης. Οι προβαλλόμενες στον χώρο εικόνες προκαλούν τον θεατή να έχει μια πιο ολοκληρωμένη επαφή με αυτές, να τις αγγίξει, να ''αναμιχθεί'' με αυτές. Κανείς δεν πιστεύει ακόμη ότι υπάρχουν πραγματικά. Οι δαχτυλιές πάνω στο προστατευτικό τζάμι είναι μία βουβή ομολογία της απόπειρας του θεατή για μία πιο ολοκληρωμένη εμπειρία με το ολόγραμμα.
Οι εκπληκτικές δυνατότητες του μέσου σαγηνεύουν αλλά και προβληματίζουν, απελευθερώνουν αισθήσεις αλλά και μπλοκάρουν το νου που συλλαμβάνεται ανέτοιμος να αφομοιώσει/επεξεργαστεί τον ωκεανό οπτικής πληροφορίας που με βουλιμία ρουφάει το μάτι και με αμηχανία ψηλαφίζουν τα χέρια.
Η ολογραφική εικόνα επιτίθεται στις αισθήσεις μας χαράσσοντας τομές, προκαλώντας ανατροπές, ανοίγοντας νέους ορίζοντες αντίληψης που απαιτούν κάποιο επίπεδο πνευματικής συνειδητότητας. Χρώμα, κίνηση, αντιστροφή χώρου, χώρος μέσα σε άλλον χώρο, αρνητικός χώρος, σμίλευμα με καθαρό φως, πολλαπλές εκθέσεις, συνδυασμός με άλλα μέσα. [6]
Με την πάροδο της πρώτης περιόδου αξιοποίησης των δυνατοτήτων του μέσου, που χαρακτηρίστηκε βασικά από τρισδιάστατες αναπαραγωγές αντικειμένων, το ενδιαφέρον στράφηκε σταδιακά σε πιο αφηρημένες εκφραστικές μορφές βασισμένες κυρίως στην ικανότητα του φωτός να αυτοαναπαράγεται, αλλά και στην εξερεύνηση του ολογραφικού χώρου ο οποίος έδειχνε να παρουσιάζει χαρακτηριστικά και ιδιότητες που στην αρχή εξέπληξαν και στην συνέχεια προβλημάτισαν όχι μόνο τους θεατές αλλά και τους ίδιους τους δημιουργούς.

ΑΙΣΘΗΤΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ
Ο ''απογαλακτισμός'' της ολογραφίας συνοδεύτηκε από την αναζήτηση κάποιων θεμελιακών αισθητικών αρχών του μέσου, αναδύοντας προβληματισμούς που ξεπερνούν τα όρια της τεχνικής και αγγίζουν την ψυχολογία και την φιλοσοφία. Όπως συνέβη και με άλλα τεχνικά μέσα – φωτογραφία, κινηματογράφος – η αναγνώριση και η αποδοχή της ολογραφίας ως καλλιτεχνικού τρόπου έκφρασης, είναι αμφιλεγόμενες.
Ευθύς εξ αρχής έγινε γνωστό πως η υπερφίαλη επίδειξη του εντυπωσιακού τεχνολογικού υπόβαθρου δεν ήταν αρκετή για να αναδείξει τις πραγματικές αισθητικές αρετές του μέσου. Άλλωστε υπάρχουν πολλά ιστορικά παραδείγματα έργων τέχνης που ενώ αγνοούν συνειδητά τα τεχνικά μέσα, πετυχαίνουν υψηλή αισθητική αξία. Αρκεί μόνο να σκεφτούμε τους πειραματισμούς του Man Ray ή του Lazlo Moholy Nagy στην φωτογραφία. Έστω και ένα μικρό ποσοστό τεχνικής γνώσης είναι αρκετό για να αποδώσει υψηλό αισθητικό μήνυμα. Άρα η σπουδαιότητα της ολογραφίας πρέπει να τεκμηριωθεί από ιστορική σκοπιά και η ουσία του αισθητικού της μηνύματος να αναζητηθεί μέσα στην δική της τρέχουσα πραγματικότητα, με έρευνα της εσωτερικής αυτόνομης δομής της. [7]

ΦΩΣ  ΕΚ  ΦΩΤΟΣ  [8]
Η ολογραφία δίνει απόλυτη προτεραιότητα στο φως, καθώς το φως δεν αποτελεί μόνο την γενεσιουργό αρχή, αλλά υποκείμενο και βασική ουσία της ολογραφικής εικόνας, η οποία δεν είναι άλλο από φως που δημιουργείται από φως. Αυτή η αυτοαναφορά του φωτός είναι απαραίτητο στοιχείο της βασικής αισθητικής αρχής της ολογραφίας και καθιερώθηκε από τους καλλιτέχνες από την εποχή ακόμη της τεχνολογικής ανωριμότητας του μέσου. Δεν είναι σύμπτωση το γεγονός ότι και η βασική επιστημονική αρχή της ολογραφίας είναι η ιδιότητα του φωτός να συμβάλλει με τον εαυτό του. Οι μικροσκοπικές λεπτομέρειες των κροσσών συμβολής  της δέσμης αντικειμένου με την δέσμη αναφοράς, παράγουν το αισθητικό μήνυμα της ολογραφικής εικόνας η οποία παραμένει άυλη καθώς αποτελείται από φως που δημιουργείται από φως. [9]

ΟΛΟΓΡΑΦΙΚΟΣ  ΧΩΡΟΣ
Ο ολογραφικός χώρος αποθηκευμένος ως οπτική πληροφορία στο ολόγραμμα, δεν μπορεί να παραπέμψει σε άλλη συνηθισμένη εμπειρία του χώρου, γιατί δεν έχει καμία αναφορική σχέση με την πραγματικότητα.
Σε αντίθεση με τον προοπτικό χώρο που άφησε το ίχνος του στην τρισδιάστατη οπτικοποίηση και την σκέψη, τον ολογραφικό χώρο δεν μπορούμε να τον φανταστούμε ή να τον κατανοήσουμε ως μία αμιγώς λειτουργική μαθηματική κατασκευή. [10] Παρόλο που σαν χώρος διατηρεί κάποιο βάθος, δεν είναι μετρήσιμος σύμφωνα με συγκεκριμένες παραμέτρους. Όροι όπως ''πάνω-κάτω'' ή ''εμπρός-πίσω'' χάνουν το νόημά τους και αντικαθίστανται από όρους όπως ''αρνητικός χώρος'', ''ψευδοσκοπική εικόνα'', ''συγχώνευση χώρων ''. Η ίδια η έννοια του χώρου ανεξαρτητοποιήθηκε πλήρως από τους περιορισμούς της προοπτικής του χώρου. Αντίθετα, νέα, άφταστα ''χωρικά γεγονότα'' παράγονται από μια διαδοχή δυναμικών εντάσεων όγκων φωτός και σκιάς συμπαρασύροντας τον θεατή σε μία ενεργητική συμμετοχή διαδραστικού χαρακτήρα. [11]
Πάντως η σημαντικότητα του ολογραφικού χώρου οφείλεται περισσότερο στην απουσία ύλης παρά στην παρουσία της τρίτης - ή και της τέταρτης -  διάστασης.

ΤΟ  ΠΑΡΑΔΟΞΟ
Μία εικόνα, όπως εξήγησε ο Panofsky, αποκτά την σπουδαιότητά της και το αισθητικό της αποτέλεσμα μόνο από την ικανότητά της να παράγει ψευδαισθήσεις στον θεατή, για τον οποίο θεωρούμε ότι έχει επιθυμία για ψευδαίσθηση.[12] Η ολογραφική εικόνα, με την μορφή της ελεύθερα αιωρούμενης άυλης εμφάνισης, καταργεί την ψευδαίσθηση και την αντικαθιστά με τον ολογραφικό χώρο δημιουργώντας έτσι ένα εικονικό παράδοξο.

ΧΡΟΝΟΣ - ΚΙΝΗΣΗ
Σε αντίθεση με μια ''κανονική'' εικόνα, ένα ολόγραμμα εκδηλώνεται ως κάτι που απευθύνεται πρώτα στις αισθήσεις της αφής και της κίνησης τις οποίες πρέπει να διεγείρει για να μπορέσει στην συνέχεια να συλληφθεί οπτικά. Μόνο μέσα από την επιδέξια διάδραση του απτού με το οπτικό, το ολόγραμμα απελευθερώνει την ολογραφική εικόνα. Έτσι τίθεται ένα νέο πλαίσιο ορισμού της κίνησης, που διαφέρει πολύ από την κινηματογραφική. Ο Rudie Berkhout εξηγεί πως η ολογραφική κίνηση παράγεται από δυναμικές διαδικασίες φωτός που απαιτούν την ενεργητική συμμετοχή του θεατή, ο οποίος συνεπαρμένος αρχίζει να χορεύει μπροστά στο ολόγραμμα, ενεργοποιώντας έτσι την ολογραφική κίνηση των εντυπώσεων του φωτός.[13] Αυτός ο ενεργός τρόπος αντίληψης επιτρέπει στον θεατή την δυνατότητα για θεωρητικά άπειρες θέσεις θέασης, με αποτέλεσμα να μπορεί να δει πέρα ή μέσα στο ορατό πεδίο διασχίζοντας δραματικές χρωματικές εναλλαγές.[14] Ο συνδυασμός αυτών των παραμέτρων επιτρέπει το ολόγραμμα να αποθηκεύσει μία πρόσθετη διάσταση, αυτήν του χρόνου, προβάλλοντας την ολογραφική εικόνα σε αντίληψη πραγματικού χρόνου.[15] Πρόκειται για μια διαφορετική κατάσταση σχέσης χώρου/χρόνου από αυτήν της γλυπτικής, παρά το γεγονός ότι συχνά γίνεται λόγος για ''γλυπτική με φως'', ''σμίλευμα του φωτός'', ''ολογλυπτά'' κλπ.
Αιωρούμενα στον χώρο και τον χρόνο αυτά τα ''ολογλυπτά'' εξελίσσονται ανάμεσα στο δυναμικό και το στατικό, την ενότητα και την διάσπαση, την ζωή και τον θάνατο. Είναι σύμβολα μιας φιλοσοφικής σκοπιάς που βρίσκεται πέρα από την εφήμερη φύση σχολών και κινημάτων. Αντιπροσωπεύουν έναν εσωτερικό κόσμο που νοιάζεται για την φύση και το νόημα της ύπαρξης, το εύθραυστο της ζωής και την ανθρώπινη αναζήτηση για ισορροπία σ΄ ένα σύμπαν ενιαίο και αδιάσπαστο, όπου κάθε επί μέρους οντότητα είναι μία μικρογραφία του όλου μέσα στο οποίο περιέχεται.

ΤΟ  ΟΛΟΓΡΑΦΙΚΟ  ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ  ( HOLOGRAPHIC PARADIGM )
Ήδη από την δεκαετία του '60, την ίδια εποχή που η νεολαία του δυτικού κόσμου εξεγείρετο σκορπίζοντας το πολύχρωμο φως μιας σύγχρονης Αναγέννησης και τα σκοτεινά υπόγεια εργαστήρια ολογραφίας πλημμύριζαν με τα πολύχρωμα φώτα των ολογραμμάτων - προτείνοντας εικονικές αναπαραστάσεις ενός κόσμου απαλλαγμένου από την βαρύτητα της ύλης και τις παραδοσιακές συμβάσεις απεικόνισης, ανοίγοντας μ΄ αυτόν τον τρόπο καινούριους δρόμους στην ανθρώπινη αντίληψη και συνειδητότητα -  ο νευροφυσιολόγος του Stanford, Karl Pribram, εντυπωσιασμένος από την απίστευτη αποθηκευτική ικανότητα του ολογράμματος, προτείνει ένα ολογραφικό μοντέλο λειτουργίας της μνήμης του ανθρωπίνου εγκεφάλου.[16]
Το μυαλό μας είναι ένα ολόγραμμα!
Λίγο αργότερα, ο άγγλος φυσικός David Bohm εμπνευσμένος από την ''ταυτόχρονη πολλαπλότητα'' - την ιδιότητα του ολογράμματος να απομνημονεύει το όλον σε κάθε διακριτό σημείο του - και την ανακάλυψη του Alain Aspect περί της ταυτόχρονης επικοινωνίας απομακρυσμένων μεταξύ τους ηλεκτρονίων, θα προτείνει με την σειρά του την ολογραφική συμπεριφορά ολόκληρου του σύμπαντος, συμπεραίνοντας πως τελικά, η πραγματικότητα σ΄ ένα βαθύτερο επίπεδο, είναι ένα είδος υπερολογράμματος στο οποίο παρελθόν παρόν και μέλλον συνυπάρχουν ταυτόχρονα.[17]
 Το σύμπαν είναι ένα ολόγραμμα!
Αν οι θεωρίες αυτές επαληθευτούν, τότε η στερεότητα του κόσμου υποβιβάζεται σ΄ ένα είδος δευτερεύουσας πραγματικότητας κι όλα γύρω μεταμορφώνονται σ΄ ένα απέραντο δίκτυο ολογραφικών συχνοτήτων. Εφόσον λοιπόν ο εγκέφαλος σαν ολόγραμμα, επιλέγει κάποιες από τις συχνότητες μετασχηματίζοντάς τες με μαθηματικό τρόπο σε αισθητικές αντιλήψεις, δεν μένει παρά να συμπεράνουμε πως όροι όπως ''αντικειμενική πραγματικότητα'' χάνουν το νόημά τους. Τελικά ίσως όλα να είναι μία αυταπάτη, μία - από τις άπειρες άλλες - προβολή του πολυδιάστατου υπερολογράμματος στην καλειδοσκοπική θάλασσα των συχνοτήτων όπου όλοι μας επιπλέουμε ως ανυποψίαστοι δέκτες.
Τολμηρά σενάρια επιστημονικής υπερβολής ή μήπως επιστροφή στις ρίζες της αυτόματης ολιστικής αντίληψης όπως αυτή αναπτύχθηκε στις ανατολικές φιλοσοφίες;
Ας δούμε πως περιγράφεται ο βουδιστικός χώρος από την σπουδαιότερη κινεζική σχολή Χούα - Γιεν. [18]
''…Ο Φα - Τσανγκ οδήγησε την αυτοκράτειρα σε μία αίθουσα όπου οι τοίχοι το ταβάνι και το δάπεδο είχαν καλυφθεί με καθρέπτες. Στο κέντρο υπήρχε ένα άγαλμα του Βούδα που φωτίζονταν από ένα κερί. ‘Αυτή είναι μία φτωχή εικόνα του σύμπαντος κόσμου’ είπε ο Φα - Τσανγκ. ‘Σε κάθε καθρέπτη αυτής της αίθουσας θα βρεις τις αντανακλάσεις όλων των άλλων καθρεπτών, μαζί με την εικόνα του Βούδα σ΄ αυτές. Εδώ βλέπουμε ένα παράδειγμα του ενός σε όλα και όλων σε ένα’…Έπειτα τοποθέτησε μία κρυστάλλινη σφαίρα στην παλάμη του και είπε. ‘Τώρα βλέπουμε όλους τους καθρέπτες και τις αντανακλάσεις τους μέσα σ΄ αυτήν την μικρή σφαίρα. Έτσι έχουμε μία εικόνα του μικρού που περιέχει το μεγάλο και του μεγάλου που περιέχει το μικρό. Σ΄ αυτήν την αλληλεξαρτημένη εικόνα, ο χώρος και ο χρόνος δεν αποτελούν εμπόδιο’…''. Ο Κινέζος μοναχός περιέγραψε το ολόγραμμα 1250 χρόνια πριν από τον Gabor!

ΑΫΛΗ  ΠΑΡΟΥΣΙΑ
Η ολογραφική εικόνα επιβιώνει από το γεγονός ότι η πραγματικότητα δεν έχει απτή ποιότητα, εμφανίζεται υπό συνθήκες, φαίνεται να υπάρχει ως ολότητα και μετά εξαφανίζεται ξανά στο τίποτα απ΄ όπου πρωταρχικά αναδύθηκε, φέρνοντας στο νου μας τον κόσμο του ονείρου με την αβεβαιότητα της πραγματικότητάς της.
Μ΄ αυτόν τον τρόπο διαμορφώνεται ένα είδος ροπής της ολογραφίας προς το άυλο, καθώς με το ξεδίπλωμα της εικόνας στον χώρο και τον χρόνο η σταθερή ενότητα της ύλης εξανεμίζεται, αντικαθίσταται από έναν ασταθή συνδυασμό διαφόρων επιπέδων ενέργειας που δρουν συνεργατικά για να αποκαλύψουν τον ανώτερο σκοπό της τέχνης, δηλαδή την μαρτυρία του ωραίου, αφήνοντας τον θεατή σε μία κατάσταση εσωτερικού μετέωρου.
Μέσα στο υπερπολύπλοκο μικροσκοπικό δίκτυο συμβολής του ολογράμματος φωλιάζει ένα είδος ανώτερου αισθητισμού, ο οποίος πηγάζει από το ότι μοιράζεται την ανέγγιχτη, μη προσδιορίσημη πραγματικότητα κάποιου περιβάλλοντος που στροβιλίζεται ανάμεσα στο κυριολεκτικά δυνατό και σ΄ αυτό που πραγματικά υπάρχει. Κι είναι αυτή η απροσδιόριστη αίσθηση της αιώρησης που κάνει την ολογραφία τόσο συναρπαστική, κάτι που τόσο όμορφα και απλά περιγράφει ο Erzenberger στο ποίημά του ''Ολόγραμμα'' [19]:


                        Αυτή η πρόταση
                        Βρίσκεται στον αέρα
                        Είναι διάφανη
                        Και τόσο ελαφριά
                        Ελαφρύτερη κι από τον αέρα
                        Αυτή η πρόταση αργά
                        Ξεκολλά από το πάτωμα
                        Και κρέμεται
                        Αυτή η πρόταση
                        Μένει μετέωρη
                        Ώσπου να τελειώσει
                        Με τις ίδιες λέξεις
                        Που άρχισε
                        Αυτή η πρόταση
                        Βρίσκεται στον αέρα…








Σημειώσεις - Βιβλιογραφία

1.      Dennis Gabor, 1949, Microscopy by Reconstructed Wave Front, Proc. Royal Society, vol. A 197, p.454.
2.      Denis Fuchs, 1986 - 87, Reprèsentation de l' èspace, approche historique et technique.Κατάλογος έκθεσης Aux Frontières du rèel, Holographie Art et Technique. Mulhouse.
3.      Arthur Miller, 2002, Αϊνστάιν και Πικάσο, σελ. 330, Τραυλός
4.      John Berger, 1986, Η εικόνα και το βλέμμα, σελ. 10, Οδυσσέας.
5.      Μαρίνα Λαμπράκη - Πλάκα, 2003, Εισαγωγή στην Μοντέρνα Τέχνη, σελ. 29, Αδάμ - Πέργαμος.
6.      Andrew Pepper, 1992, Dibujos en el aire, Madrid, Karas Studios.
7.      Peter Zec, 1989, The aesthetic message of holography, Leonardo, Journal of the International Society for Arts and Technology vol.22, No. 3 & 4, p. 425, Pergamon Press.
8.      Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τόμος 11, σελ.526, λήμμα : Σύμβολον Νίκαιας - Κωνσταντινουπόλεως ( Α' & Β' Οικ. Σύνοδοι ), Mαρτίνος.
9.      Achim Lipp, Peter Zec, 1985, Mehr Licht, On the aesthetic principle of holography, Kabel.
10.  Frank Popper, 1993, Art of the electronic age, p. 48, Thames and Hudson.
11.  Peter Zec, 1987, Holographie – Geschichte, Technik, Kunst, Du Mont Verlag.
12.  Erwin Panofsky, 1980, Die Perspective als ‘symbolische form’, in Aufsatze zu Grundfragen der Kunstwissenschaft, Berlin.
13.  Rudie Berkhout, 1989, Holography: Exploring a new art realm-shaping empty space with light, Leonardo, vol.22, No. 3 & 4, p.315.
14.  Yuri Denisyuk, 1992, My way in holography, Leonardo vol. 25, No. 5, p. 426.      
15.  Philippe Boissonnet, 1992, Holography: Virtual space and real time, Leonardo, vol.25, No 5.
16.  Karl Pribram, 1977. Languages of the Brain. Monterey, CA, Wadsworth.
17.  David Bohm, 1983, Wholeness and the Implicate Order, Ark Paperbacks
18.  D.T.Suzuki, 1985, Ζεν, παραδοσιακά κείμενα, σελ.17, Πύρινος Κόσμος.
19.  Achim Lipp, Peter Zec, 1985, Mehr Licht, On the aesthetic principle of holography, p.31, Kabel.
·        G
·        Graham Saxby, 2003, Practical Holography, IOP Publishing.
·        Edward Lucie-Smith, 2000, Art of Today, p.126-8, Phaidon.
·        Neil Cox, 2003, Κυβισμός, Καστανιώτης.
·        Chris Titterington, 2002, The Hidden Art/The creative Holography index, vol.1, No 1, p.1-8.
·        Heinrich Wolfflin, 1992, Βασικές έννοιες της ιστορίας της τέχνης, Παρατηρητής.
·        Viktor Letouzey, 1959, Pourquoi et comment nous voyons les couleurs, Estienne.
·        Yuri Denisyuk, 1962, On the reflection of optical properties of an object in the wave field of light scattered by it, Doklady Akademii Nauk SSSR 144, No. 6.
·        Gabriel Lippman, 1894, Photographie des couleurs, Journal de Physique vol. 3.
·        Steven Benton, 1969, Hologram reconstructions with extended incoherent sources, Journal of the Optical Society of America, vol. 59.
·        Ken Wilber, 1989, The Holographic Paradigm and Other Paradoxes, New Science Library.
·        M. Talbot, 1991. The Holographic Universe, Harper Perennial.
·        www.holoworld.com

                                                                                                           






Το παραπάνω, είναι το κείμενο της παρουσίασης που έγινε στα πλαίσια του Β' Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου Τέχνης και Τεχνολογίας που διοργάνωσε η Ε.Ε.Φ. ( Ένωση Ελλήνων Φυσικών ) στο Γκάζι, το 2008.








Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2012

ΔΑΝΕΙΚΟΣ ΑΥΤΟΧΕΙΡ ( Απόσπασμα )


Τώρα καταλαβαίνω γιατί τα μάγια δεν γίνονται μέρα και λύνονται με το λυκαυγές. Τώρα αντιλαμβάνομαι γιατί το φως δεν έχει χρώμα, το γέλιο      ανήκει στον πληθυντικό κι ο έρωτας δεν έρχεται ποτέ εκεί που τον περιμένεις. Όταν είσαι αποφασισμένος, η ζωή σου ανοίγει τα σκέλια της σαν πόρνη πληρωμένη εκ των προτέρων. Κι εγώ την έχω διπλοπληρώσει.
Σκύβω ελαφρά πριν από το κενό λες και πρόκειται να υπολογίσω τις συντεταγμένες του επερχόμενου δειλινού. Τα δέντρα γύρω μου καμπυλώνουν συγκλίνοντας το βλέμμα τους προς το μέρος μου με μια δόση ανόθευτης περιέργειας. Αυτά δεν γνωρίζουν από αριθμητικές εκτιμήσεις, δεν αντιλαμβάνονται την αυτοχειρία ως ιδανικό, δεν γεύτηκαν ποτέ την ήττα.
Ένα παράξενο συμβούλιο σιωπής στήνεται πρόχειρα ανάμεσα στις ξεροελιές, τις γυμνωμένες δρύες, τους βράχους και την αφεντιά μου πρόεδρο, να τους ανακοινώνω τις αποφάσεις για ένα μέλλον που πέρασε. Όλοι μου γνέφουν με συγκατάβαση. Η ολομέλεια θα λήξει με πλήρη σύμπνοια απόψεων και η μέρα θα κλείσει το κέλυφός της όπως το στρείδι, για να φυλακίσει μέσα της την ήρεμη ατμόσφαιρα αυτού του σούρουπου. Αναγνωρίσαμε άπαντες πως η ζωή είναι γεμάτη χαρά ζωγραφισμένη στα ανάγλυφα μέτωπα των χωρικών που με ζωηρές παρέες γυρίζουν από τα χωράφια τραγουδώντας. Ο μανδραγόρας μου υποσχέθηκε να το χαράξει με την διεισδυτική του ρίζα στο χείλος του τάφου μου, όπου θα φυτρώσει προστάτης. Ο αέρας διαβεβαίωσε με την σειρά του να μην διαδώσει άλλο την προσωπική μου δυστυχία και το τσιριχτό του έγινε ξαφνικά βουή που κατέβαινε από μακρινούς παρθένους αστερισμούς. Και τα τρομαγμένα φύλλα έπαψαν να πάλλονται από φόβο. Ένας λαγός που παρακολουθούσε ως τότε με την περιέργεια του λαθραναγνώστη, το’ βαλε στα πόδια δίνοντάς μου να καταλάβω πως η χειμωνιάτικη θλίψη που με πνίγει σαν θηλιά στο λαιμό και η άνοιξη που γνωρίζει η πλάση γύρω μου, δεν είναι παρά όψεις στο ίδιο και μοναδικό νόμισμα της ζωής. Αυτής της ίδιας ζωής που κάνει τις λεμονιές ν’ ανθίζουν ακολουθώντας τον κανόνα που επιβάλλουν οι πορείες των ουρανίων σωμάτων. Αυτής της ίδιας ζωής που ματώνει το αδέξιο χέρι που επιχείρησε να κόψει τον ανθό, υποκινούμενο από την φωτιά που άναψε μέσα του ο ίδιος ο ανθός μεταμορφωμένος σε πειρασμό. Αυτής της ίδιας ζωής που το νήμα είμαι έτοιμος να κόψω σαν πρωταθλητής δρομέας στην κούρσα των εκατό αναπνοών.
Αύριο θα με βρουν σε δύο τετραγωνικά σιωπής απλωμένο σαν πλυμένο ρούχο. Τα ανακατεμένα μου μαλλιά αγκαλιασμένα με δαφνόφυλλα, θα επιπλέουν στην επιφάνεια μιας κόκκινης πηχτής λιμνούλας. Φέρει πολλαπλούς μώλωπες στο κρανίο και τον θώρακα θα πουν, μα ποτέ δεν θα μάθουν αν προέρχονται από πτώση ή από πτήση. Οι ειδήμονες θα επιστήσουν την προσοχή τους στον ψυχοπαθολογικό παράγοντα, οι ιεροκήρυκες θα προσδιορίσουν την αμαρτία, οι νοικοκυραίοι θα κάνουν τον σταυρό τους κι όλοι μαζί θα διαπιστώσουν το μέγεθος της τρικυμίας που προκάλεσα μέσα σε μια δακτυλήθρα.
Κι όσο τα πόδια μου θα συνεχίζουν ν’ αγναντεύουν ουρανούς και τα μαλλιά μου να λούζονται στις ερυθρές κηλίδες, εγώ θα μοιάζω με ερωτοχτυπημένο κορμό αραθυμιάς, κεραυνόπληκτο από βόλι θανάσιμα, με αναποδογυρισμένες τις ρίζες σαν πλοκάμια που καβουρντίζονται στο ζεστό κενό ανάμεσα στην γη και το όνειρο. Προσωρινό μνημείο ανατέμνουσας εκδοχής αναζήτησης εκείνου που έφυγε αφήνοντας στην θέση του μια σκιά δίχως γεωμετρία.

Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2012

Περιστέρι, μετά Χριστόν ( Απόσπασμα )


Το φως ρίχνει αργά-αργά την αυλαία του καθώς τα βλέφαρα πλησιάζουν το ένα στο άλλο κάτω από το βάρος της κούρασης .Μία ακόμη μέρα δύσκολη και κοπιώδης αποχωρεί απλώνοντας χλωμές ανταύγειες που σα χνούδι σκεπάζουν τις γύρω επιφάνειες καλύπτοντας τα πάντα με το γκρίζο σεντόνι της μελαγχολίας.
Πίσω από τη στενόμακρη χαραμάδα που σχηματίζουν τα βλέφαρα, ο κόσμος παραμορφώνεται στιγμιαία, οι οπτικές πληροφορίες φιλτράρονται από το κόσκινο που δημιουργούν τα ματόκλαδα, οι μορφές απλοποιούνται απαλλαγμένες από τις ενοχλητικές τους λεπτομέρειες, κάθε τι περιττό πνίγεται μέσα στην ομιχλώδη παρασκιά των ανάλαφρων όγκων που συνθέτουν πια ένα τοπίο προ-ονειρικό και προετοιμάζουν τον οργανισμό για την νυχτερινή του απόσυρση.
Παρόλο που στήσαμε σκηνή, προτιμήσαμε να κοιμηθούμε έξω, πάνω σε μια  άνυδρη γη σπαρμένη πέτρες και ξεραμένα αγριόχορτα. Το υπερθέαμα του  έναστρου γαλαξία, παρά τις αυξημένες τιμές της ατμοσφαιρικής μόλυνσης εξακολουθεί να μαγεύει τις αισθήσεις που αναζητούν ελιξίρια όποτε τους δίνεται η ευκαιρία. Ο θόλος πάνω μας ένα γιγαντιαίο ρόδι ανοιγμένο, με τα ροδόχροα σποράκια του ατάκτως σφηνωμένα: να, ο Ωρίονας κατάφατσα σχεδόν μεσουρανεί. Πιο βόρεια, ο Περσέας από την μια και η Κασσιόπη από την άλλη,  θαρρείς και λύνουν την κόμη της αγουροξυπνημένης Βερενίκης και με συνειδητή απροσεξία στολίζουν το στερέωμα με μυριάδες μικροσκοπικά μαργαριτάρια, που σαν παιδική παρέλαση διασχίζει όλο το δυτικό κομμάτι του ουρανού. Παραδίπλα η Ανδρομέδα χάσκει με  την αριστοκρατική αδιαφορία που χαρακτηρίζει τις πραγματικές πριγκίπισσες.    
Στις παρυφές του συνοικισμού, όπου αποφασίσαμε να κατασκηνώσουμε, η ζωή περνά σα χείμαρρος κατά την διάρκεια της ημέρας και μεταμορφώνεται σε γαλήνια λίμνη μόλις πέσει το σκοτάδι..
Περιστέρι Αθήνας, κάπου στο μέλλον. Η πιο πυκνοκατοικημένη περιοχή της πρωτεύουσας, ξεφλουδισμένη από την μακρόχρονη ανυδρία, ταλαιπωρημένη από τις κρατικές αδιαφορίες και τις εσωτερικές έριδες που σαν μανιτάρια φυτρώνουν στις φτωχογειτονιές με τα χαμόσπιτα που κάποτε υπερηφανεύονταν για τα πολυώροφα ύψη και την πολυτέλειά τους, θυμίζει ξεχασμένη αφρικανική κωμόπολη παρατημένη σε εδάφη που από καιρό έχει καταπιεί η έρημος. Κι όταν λέω έρημος εννοώ την φυσική, ψυχολογική και πνευματική έρημο που επεκτείνει το βασίλειό της αργά αλλά σταθερά, σπέρνοντας την απόγνωση.

Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2012

ΑΝΑΤΟΛΗ









ΤΟ ΣΙΝΤΙ ΤΗΣ ΒΑΝΕΣΣΑ ΜΕΗ ( Απόσπασμα )

Όλα της ζωής τα πράγματα, από τα πιο σημαντικά έως τα πλέον τιποτένια, κρέμονται από μια τρίχα που η ρίζα της χάνεται στη διάφανη ελαφρότητα του ουρανού και αιωρούνται δολωματικά ως εδέσματα πάνω από τα πεινασμένα στόματα των αναγκών μας έτσι, ασυγχρόνιστα, με εντολοδόχο την ελπίδα και παραλήπτη την ανάγκη που έλαχε να αδράξει πρώτη την λεία της. Έτσι, μέσα σε τέτοιο χάος απροσδιόριστων αποστολών και αποτυχημένων παραλαβών, συμβαίνουν της ζωής τα γεγονότα, συμβαίνουμε εμείς οι ίδιοι, γνήσιο απόσταγμα χαοτικών διαδρομών και απροσδιόριστων συγκρούσεων που στην καθημερινή μας γλώσσα ονομάζουμε σχέσεις ή γεγονότα. Το κάθε τι δεν είναι άλλο από προϊόν συμπτώσεων – συχνά σατανικών ! – κι εμείς μπαλάκι στο στροβίλισμα της υπαρξιακής ρουλέτας που αίφνης σταματά και μας φρενάρει στο παράθυρο κάποιου αγνώστου και συχνά αφιλόξενου αριθμού με τον οποίο ντε και καλά πρέπει να κάνουμε ζάφτι. Όμως, τι καταιγισμός καθαρής αδρεναλίνης όσο διαρκεί ο φυγόκεντρος στροβιλισμός στην πολύχρωμη αρένα των συμβάντων, την συμπαντική ρουλέτα.
Ποιος γαρμπής και ποιος πουνέντες παρασέρνει το ταλαιπωρημένο μας σκαρί – καθώς νομίζουμε πως κάποιο θείο πνεύμα μας καθοδηγεί – να συναντήσει τον απύθμενο ωκεανό, το μάτι του κυκλώνα ή την μεθυστική γύρη του όψιμου μαγιάτικου ανθού; Η θεία δίκη; Παίζει ο θεός ζάρια; Είναι και η Αγιότης του συμμέτοχος – αν όχι μέτοχος ‘στρατηγικός’ – στον αέναο τζόγο αυτού που ονομάζουμε ορίζοντα συμβάντων; Κάποιοι πιστεύουν πως θα το μάθουμε άμα ξεδιαλύνουμε το μίτο που συνδέει την ακόρεστη επιθυμία με το αντικείμενο του πόθου. Κάτι σαν επίλυση της διαφορικής εξίσωσης της ψυχής. Άλλοι πάλι, στάθηκαν στην πέτρα της υπομονής και περιμένουνε καρτερικά το λεωφορείο της γραμμής με προορισμό αυτό που στη χριστιανοσύνη είναι γνωστό ως η Δευτέρα Παρουσία.
Μέχρι τότε, και με την προϋπόθεση πως οποιοδήποτε από τα δύο ενδεχόμενα πραγματοποιηθεί, παραμένουμε αστάθμητοι παράγοντες σε μια σειρά από διαδικασίες και συμβάντα που ολοένα πλησιάζουμε να γνωρίσουμε ή τείνουμε να μας αποκαλυφθούν και ολοένα συνειδητοποιούμε την απουσία κάποιου βασικού συστατικού, ή την παρουσία κάποιου άλλου που δεν είχε εξ αρχής συμπεριληφθεί στο σύνολο των δεδομένων. Λες και ο ιός της απροσδιοριστίας εισέβαλε απρόσκλητα στα μαθηματικά σαλόνια και μόλυνε αφού πρώτα σαγήνεψε την εύθραυστη κι ευάλωτη
παρθένα, την θεωρία των ορίων, τον θεμέλιο λίθο της σύγχρονης Ανάλυσης, δίνοντας αναπάντεχη πνοή στο φάντασμα του Αχιλλέα που προπονείται εκ νέου για να παραβγεί στο τρέξιμο τη χελώνα. Όμως η ζωή πρέπει να συνεχίσει το συναρπαστικό ταξίδι της όπου ο άνεμος επιθυμίας ή ανάγκης, ή απλά άνεμος αλλαγής την φυσήξει φέρνοντάς την συνεχώς αντιμέτωπη με το απροσδόκητο, το προφανές και το άτοπο.
Κάπως έτσι λοιπόν, ανεμοφερμένο από ζέφυρο γητευτή μιας λήθης, έπεσε μπρος μου, ξαφνικά το cd της Βανέσα Μέη. Ή μάλλον, δεν ήταν άνεμος ο μεταφορέας, παρά ένα βαρεμένο κύμα που ξέβρασε της βαριεστιμάρας του το βιός πάνω στη διψασμένη για περιπέτειες αμμούδα: το cd φαρδύ-πλατύ να βασιλεύει με τις πολύχρωμες αντανακλάσεις του φωτός εκπέμποντας την γοητεία μιας μουσικής που δεν ακούστηκε ακόμη, μιας μελωδίας άπαιχτης που παραμονεύει στα μικροσκοπικά αυλάκια του δίσκου και αδημονεί να συμβεί, επικυρώνοντας την ύπαρξή του, έστω και στα στενά περιθώρια της χρονικής του διάρκειας. Ωστόσο, το βαρεμένο κύμα δεν ξέβρασε μόνο το ανυπεράσπιστο cd. Γύρω του, ξέμπαρκοι ναυαγοί κάτι απωθημένες θύμησες μασκαρεμένες σε Ερινύες, δείχνουν να’ χουν λόγια να μου πουν, βγαλμένα κατ’ ευθείαν από το καζάνι όπου σιγοβράζουνε όλα εκείνα τα αντιπαθή συστατικά που συγκροτούν το κύριο γεύμα της ενοχής.