Πληροφορίες

Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2012

Παραλήρημα στην πόρτα του μαιευτηρίου




Ανέμελος διέσχιζα τους ανθισμένους κάμπους, πατώντας στις μύτες των ποδιών, ώστε να μην πληγώσω  τη νεογέννητη παπαρούνα, χόρευα με τα χρώματα και πλάγιαζα με τα αρώματα, έπινα το νέκταρ το ηλιακό κι είχα πανσέληνους για προσκεφάλι. Τα διαβατάρικα πουλιά μ’ οδήγησαν όχι δίχως παλινδρομήσεις, σε τοπία μαγικά, όπου η ανάσα της θάλασσας ιδρώνει αφρίζοντας την πύρινη γη κι αυτή ως αντάλλαγμα ξαπλώνει τους αμέτρητους πόθους και τα αμέτρητα πάθη της σε κόκκους ιριδίζοντες με τάσεις χρυσαφί, σ’ ένα απέραντο χαλί. Αιθεροβάμων κι εγώ, μη τύχει κι αφήσω ασυγχώρητα πίσω μου κάποια ίχνη, το πάτημα το ανεπαίσθητο του αιλουροειδούς υιοθέτησα και μαγεμένος πορεύτηκα, γυμνός περιστολών, το μέγα κύμα να δαμάσω και να χαθώ. Μες στης αλμύρας τον καυτό πυθμένα, με της πορφύρας τον σφιχτό υμένα για φυλακτό,  βυθίστηκα μέχρι τα σκοτεινά τριαντάφυλλα της Αμφιτρίτης. Κι όταν στο φεγγαρόφωτο, το γαλανό το όστρακο μου άνοιξε τα σκέλια, την προσευχή μου διάβασα κατάμουτρα του Ποσειδώνα. Έτσι, ανέμελα κι απλά. Έπειτα αναδύθηκα. Όχι χωρίς παλινδρομήσεις.  Κάτι τα επικίνδυνα θέλγητρα μιας ζουμερής γοργόνας, κάτι τα υπερηχητικά σφυρίγματα των κοραλλιογενών σειρήνων που σαν δίχτυ οπτικών ινών αγκάλιασαν το λυγερό μου κορμί, κάτι οι παραπλανητικές περιπτύξεις των πολύχρωμων πλοκαμιών από τα ζηλόφθονα χταπόδια της Αφροδίτης, που ολίγον τι ταράχτηκε από την τολμηρή μου ανάδυση, λειτούργησαν διασωστικά, αναγκάζοντάς με σε συχνές στάσεις, αποκαθιστώντας με τον τρόπο αυτό την ομαλή αποσυμπίεση των πνευμόνων. Κι ένα λιόλουστο πρωινό του Απρίλη, η άμπωτη μ’ εναπόθεσε στην μητρική αγκαλιά των κοχυλιών, καθώς η πλάση γύρω μου, έδειχνε απορροφημένη από το κοντσέρτο για άνεμο και κύμα του Δημιουργού, ένα έργο που δεν θα βρεις σε καμία παρτιτούρα. Κι έτσι, ανάλαφρος σαν άπαιχτη νότα, συνεπαρμένος από του ανεμοκύματος τους σπαραγμούς, νεφελοποιήθηκα κι από τον αφρό της θάλασσας, στον βαμβακερό αφρό του ουρανού βρέθηκα να αιωρούμαι, λίγο θνητός, λίγο ημίθεος, λίγο ρεαλιστής, λίγο ονειροπόλος. Κι όταν από πολύ ψηλά, απ’ όπου όλα φαίνονται με το πραγματικό τους μέγεθος, δηλαδή μικρά, είδα τον μικροσκοπικό μου εαυτό να περπατά, να πονά, να μάχεται δίχως να νικά, να πληγώνει και να πληγώνεται, ένιωσα μέγας και τρανός, ένας μικρός θεός. Γύρισα το βλέμμα μου αγέρωχα προς τον ήλιο και τον κοίταξα κατάματα, δίχως γυαλιά ή άλλα προστατευτικά, μιας και τον αντιμετώπιζα σαν ίσος προς ίσο. Όμως δεν πρόλαβα να αρθρώσω ούτε μια συλλαβή, καθώς ο ήλιος αδιάφορος, συνέχισε το βαρετό του ταξίδι προς τη δύση, φροντίζοντας να ανταμείψει την αλαζονεία μου με ένα κεραυνοβόλο νεύμα συμπόνιας, που, αφού πρώτα εγκατέλειψε τα μάτια μου τυφλά σ’ ένα πηχτό ολόλευκο σκοτάδι, φόρτωσε τη συνείδησή μου με το τέκνο των μελλοντικών τόκων αποπληρωμής μιας ανέμελης και ίσως αδικαιολόγητα παρατεταμένης παιδικότητας. Έτσι κατάλαβα πως ούτε άγγελος ήμουν, ούτε αετός, καθώς με το έμβρυο στην πλάτη και την μαμά βαρύτητα από κάτω να μας καλεί επίμονα, θα έλεγα με βία, ένιωθα ξαφνικά πως η υδρόγειος έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα που συνεχώς επιτάχυνε, με σκοπό την ολέθρια σύγκρουση και συντριβή μου. Έτσι λοιπόν κατάλαβα πως από την πτήση στην πτώση αρκεί η αντικατάσταση ενός μόνο φωνηέντου. Από το ήτα το ηρωικό, να περάσουμε στο ωμέγα το μεγαλοπρεπές, το τελικό!
Όταν σιγά σιγά η ένταση της εκτυφλωτικής λάμψης άρχισε να υποχωρεί, τα βλέφαρα πήρανε να ψιλοσαλεύουν, κάποια κουτσομπόλικα ροδοπέταλα που είχαν αφεθεί στη δίνη του ζέφυρου πλησίασαν την διεισδυτική τους ευωδία στη ράθυμη σάρκα που σαν σωριασμένος σάκος πυγμαχίας μετά από εξαντλητική προπόνηση αμφιταλαντεύτηκε για λίγο ανάμεσα στην παράταση της υπνωτικής ραστώνης που βρισκόταν και την δυνατότητα μιας ριψοκίνδυνης αφύπνισης που υπόσχονταν εμπρός μου οι μυρουδιές των θυμαριών οι μπερδεμένες με τα αιμοφόρα πέταλα του ιβίσκου. Όμως, τούτη η αμφιταλάντευση ήταν δίχως νόημα ή σκοπό, για την τιμή των όπλων, αφού πριν το κορμί μου κάνει κιχ, το έμβρυο που έφερα στους ώμους, με μια αστραπιαία ζωηράδα, πάτησε το κουμπί της δεύτερης επιλογής, αυτής της συνεχούς αφύπνισης. Και, ω, πριν καν την άρθρωση του πρώτου φωνήεντος, μπραφ μου σφαλιαρίζει κατάμουτρα μια συλλογή από δίφθογγους επαναλαμβανόμενους ρυθμικά εν είδη πολεμικής ιαχής, ή απόηχους πολεμικών ταμπούρλων, από αυτούς που βάζουν στην ψυχή φωτιά και πυρπολούν όλου μου του εγώ τα παραμυθένια δάση.
Πατέρα κουράγιο ψιθυρίζω από μέσα μου στωικά και ξαναφορτώνομαι το έμβρυο. Έχουμε δρόμο πολύ ακόμη. Μπρος μας ξανοίγουν ρεματιές κι ορθώνονται φαράγγια, επώδυνες θε να’ ναι οι πατημασιές στων σκίνων τις ακίδες. Ο ουρανός θα κλείσει μύριες φορές από οργή και άλλες τόσες από θλίψη, ο ήλιος θα κυνηγηθεί από το μέγα νέφος το μελανό, ως τις απόκρημνες γωνιές του γαλαξία. Πόσες κόρες, πόσοι γιοί, δεν πρόκειται ν’ αντέξουν και τον κύκνειο ρόγχο τους θα κάνουνε αγριολούλουδο ν’ ανθίσει πάνω στην καυτή πέτρα. Μα εμείς πρέπει να συνεχίσουμε. Επόμενος σταθμός το πελώριο και σαγηνευτικό στόμα της θεάς γοργόνας. Ορθάνοιχτο να καταπιεί τον Ιωνά μετά του βρέφους αυτού. Κι εγώ, φέρων βρέφος θήλυ πολύχρωμο τατουάζ στο άτριχο στέρνο, εισέρχομαι δίχως να δευτεροσκεφτώ, μιας και το βρέφος με προστάζει. Μέσα στου κήτους την υγρή σπηλιά έχω για διορία τρεις ημέρες. Κι άλλες τόσες νύχτες. Να δω, να ψάξω, να συλλογιστώ και ύστερα να δράσω. Τρία μερόνυχτα ακάθιστων ψαλμών για να ξανάρθει η άσωτος άνοιξη. Φορτωμένη καρπούς. Που θα γευτώ κάποτε, στου μέλλοντος την απροσδιοριστία. Αχ και  να μπορούσα να (ξανα)βυθιστώ στου γαλανού πελάγους τα σκοτεινά ερέβη, μπας και με την αρχική μου υπόσταση να (ξανα)βρεθώ και τον λόγο της μοιραίας απόφασης να (ξανα)ζητήσω.
Ξάφνου, του εμβρύου η δαγκάνα – αγκαλιά με κύκλωσε με μια απειλητική στοργή, προτάσσοντάς μου με σπινθηροβόλο νεύμα την πορεία: ευθεία εμπρός. κι όπου μας βγάλει. Κι ας μη μας βγάλει. Δεν μπορεί, κάπου στο βάθος ακρογιάλι ανοιχτό, είναι η μάνα, που μας περιμένει με αδηφάγο αγάπη, με κρίνα σπαθιά και έναν ήλιο φλογερό και επικίνδυνο, ζωοφόρο εκτελεστή του πιο σαγηνευτικού ολέθρου. Του απόγονου. Δεν γνωρίζουμε το που. Αγνοούμε το πώς. Ξέρουμε όμως, διαισθητικά, πως η μητρική θαλπωρή βρίσκεται εκεί, στην άκρη της χαράδρας, όμορφη, θερινή, ανάλαφρη σαν αύρα, γλυκύτατη σαν νέκταρ, θερμή σαν μεσημεριανή αμμούδα, δροσερή σαν το ρυάκι που εκβάλλει ανάμεσα στα σκέλια της και ανοιχτή, ω θε μου, πόσο ανοιχτή, σαν γιαλός προσκυνημένος μόνο από τα αθώα πτερόεντα του σούρουπου και τις αγγελικές πτυχώσεις του υγρού στοιχείου.
Γραπώνω στα χέρια μου σφιχτά, να στύψω της καρδιάς μου το περιεχόμενο και ενσταλάζω μεγαλόπρεπα το μελανόχρωμο απόσταγμα στο διψασμένο ύφος του εμβρύου. Δεν είμαι συνοφρυωμένος πια, χαμογελώ. κι εκείνο, σκανδαλισμένο και σπαρταριστό, το χαμόγελο μου ανταποδίδει. Ζώνομαι τον χαμένο μου ανδρισμό και τον μετονομάζω σε ανδρεία. Έλα κόρη μου, πάμε από εδώ. Λίγο ακόμη και θα αναπαύεσαι στη θεραπευτική αγκάλη της μανούλας…



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου